Κεφ. 3 Από τον βασιλιά στην Δημοκρατία

Οι Νηλείδες στην Αθήνα

Την Πύλο, στη Μεσσηνία της Πελοποννήσου, την ίδρυσε ο Πύλαντας (παλιά βασιλιάς των Μεγάρων) αλλά δεν την χάρηκε. Διωγμένος από την Ιωλκό, έφτασε εκεί ο Νηλέας (γιος του Ποσειδώνα από την Τυρώ) και πήρε τον τόπο. Ο Πύλαντας έφυγε βόρεια και ίδρυσε νέα πόλη με το ίδιο όνομα: Την Πύλο στην Ηλεία. Ο Νηλέας παντρεύτηκε την Χλωρίδα, τη μοναδική από τα παιδιά της Νιόβης που διασώθηκε από τα βέλη του Απόλλωνα και της Άρτεμης24. Απέκτησαν δώδεκα γιους και μια κόρη, την Πηρώ. Ανάμεσα στους γιους ήταν κι ο Νέστορας, ο μόνος που σώθηκε, όταν στην Πύλο ενέσκηψε ο Ηρακλής. Έφτασε εκεί, αναζητώντας κάποιον να τον εξαγνίσει από ένα φόνο που έκανε σε στιγμή τρέλας. Ο Νηλέας ήταν φίλος με τον πατέρα του νεκρού κι αρνήθηκε να κάνει τις τελετές του καθαρμού. Μαζί του συμφώνησαν και οι έντεκα από τους δώδεκα γιους. Μόνο ο Νέστορας επέμενε να κάνουν το χατίρι του ημίθεου αλλά δεν εισακούστηκε. Ο Ηρακλής ξεκίνησε πόλεμο ενάντια στην Πύλο. Σκοτώθηκαν οι έντεκα από τους γιους του Νηλέα. Γλίτωσε μόνο ο Νέστορας που έτυχε να λείπει όσο διαρκούσαν οι μάχες. Κατά μια εκδοχή, ο Ηρακλής τον εγκατέστησε βασιλιά στον θρόνο του πατέρα του, επειδή μόνο αυτός είχε πάρει το μέρος του, όταν έφτασε εκεί ζητώντας τον εξαγνισμό. Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Νέστορας ήταν ακόμα παιδί για να αναλάβει τέτοια καθήκοντα.

Ό,τι κι αν ίσχυε, κάποια στιγμή, ο Νηλέας πέθανε και τον διαδέχτηκε ο Νέστορας. Ήταν βασιλιάς κραταιού βασιλείου όταν, κοντά 75άρης, ακολούθησε τους άλλους Αχαιούς στον τρωικό πόλεμο, με στρατό από εννέα πόλεις της επικράτειάς του και με ενενήντα πλοία, μόλις δέκα λιγότερα από τα καράβια που διέθετε ο αρχηγός, Αγαμέμνονας, και τριάντα παραπάνω από όσα είχε ο άμεσα ενδιαφερόμενος, Μενέλαος. Η εκεί δράση του δεν ήταν πολεμική. Ο Νέστορας χρησιμοποιούσε τη σοφία του και τον σεβασμό, με τον οποίο οι Αχαιοί τον περιέβαλαν, για να νουθετήσει τους αρχηγούς και να δώσει τις πρέπουσες συμβουλές. Επέστρεψε σώος στην Πύλο, μετά την άλωση της Τροίας, χωρίς ιδιαίτερες περιπέτειες.

Όμως, η γη αδυνατούσε να θρέψει όλον τον πληθυσμό. Η παράδοση αναφέρει ότι ένας γιος του Νηλέα, ο Μέλανθος, πήρε τους μισούς τουλάχιστο Νηλείδες κι έφυγε για την Αττική. Ο Παυσανίας γράφει ότι ο Μέλανθος ήταν μακρινός απόγονος του Περικλύμενου, αδερφού του Νέστορα και γιου του Νηλέα. Κι ο Παυσανίας μοιάζει πιο σωστός, καθώς η παράδοση θέλει αιτία της μετανάστευσης την εκδίωξη των Νηλειδών από τους Ηρακλείδες, κάτι που έγινε αργότερα, όταν η φάλαγγα των Ηρακλειδών έφτασε στη Μεσσηνία, κατεβαίνοντας από την Αρκαδία. Οι Αχαιοί, κατά την παράδοση, αποσύρθηκαν ειρηνικά και οι νεοφερμένοι κατέλαβαν το κέντρο της πεδιάδας στην οποία κυλά ο Πάμισος.

Όπως και να ’χει το ζήτημα, ο Μέλανθος πήρε όλο του το σόι κι έφυγε στην Αττική, όπου πρόθυμα τους φιλοξένησαν. Συνέβη τότε που ακόμα βασίλευε ο Θυμοίτης, γέρος πια. Αθήνα και Θήβα έριζαν για το πού ανήκαν η περιοχή της Οινόης και μια ακόμα. Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι πρότειναν η διαμάχη να λυθεί με μονομαχία των δυο βασιλιάδων. Ο Ξάνθος, βασιλιάς της Θήβας, αποδέχτηκε αμέσως την πρόκληση. Ο Θυμοίτης όμως ήταν τόσο γέρος που με δυσκολία μπορούσε να σύρει τα πόδια του. Στην πραγματικότητα, η πρόταση ήταν πρόσκληση σε δολοφονία. Χώρια που ο Ξάνθος ήταν φημισμένος μονομάχος. Ο Θυμοίτης ανακοίνωσε ότι θα παρέδιδε τον θρόνο σε εκείνον που θα μονομαχούσε με τον Ξάνθο και θα τον νικούσε. Ο μόνος που παρουσιάστηκε, έτοιμος να υπερασπιστεί την Αθήνα, ήταν ο Μέλανθος. Ο Θυμοίτης τον έχρισε πολέμαρχό του.

Την ορισμένη ημέρα, Θηβαίοι και Αθηναίοι μαζεύτηκαν να παρακολουθήσουν την μονομαχία. Ξάνθος και Μέλανθος εμφανίστηκαν πάνοπλοι. Πλησίασαν διερευνητικά ο ένας τον άλλον και αναμετρήθηκαν με το βλέμμα. Ο Μέλανθος είπε:

«Τόσο πολύ με φοβάσαι που ήρθες να με αντιμετωπίσεις μαζί με άλλον;».

«Μόνος μου είμαι», απάντησε ο Ξάνθος.

«Κι αυτός, πίσω σου, τι είναι;», ανταπάντησε ψιλοειρωινκά ο Μέλανθος.

Ο Ξάνθος γύρισε να δει, ποιος δαίμονας τον ακολούθησε και τραυμάτιζε έτσι την υπόληψή του. Δεν υπήρχε κανένας αλλά ο Μέλανθος βρήκε ευκαιρία και τον σκότωσε. Οι Θηβαίοι έκαναν να διαμαρτυρηθούν ότι ο Μέλανθος νίκησε με μπαμπεσιά. Εκείνος αναρωτήθηκε, τι σόι γενναίος ήταν ο νεκρός βασιλιάς τους, που καταδέχτηκε να τα βάλει με ένα γέρο. Η Οινόη και η άλλη περιοχή (το φρούριο Πάνακτο ή οι Μελαινές της Αντιοχίδας φυλής) έμειναν για πάντα στην Αθήνα. Με ευχαρίστηση ο Θυμοίτης παρέδωσε τον θρόνο του στον Μέλανθο.

Στα χρόνια του, πλήθος μετακινουμένων φύλων εμφανίστηκαν στα σύνορα της Αττικής. Ένα από αυτά ήταν οι Ίωνες, απόγονοι του Ίωνα και του Ξούθου, στην πραγματικότητα, Αθηναίοι στην καταγωγή25. Ο Μέλανθος, ουσιαστικά άποικος κι αυτός, τους καλοδέχτηκε και τους μοίρασε κτήματα. Θα αποδεικνύονταν ισχυρός παράγοντας ανάπτυξης και πολιτισμού και θα κινούσαν τα νήματα της αθηναϊκής επέκτασης στην Ιωνία της Μ. Ασίας.

 

Ο Κόδρος και οι μετανάστες

Όταν ο Μέλανθος πέθανε, βασιλιάς της Αθήνας έγινε ο γιος του, Κόδρος. Τα μετακινούμενα φύλα συνέχισαν να απειλούν την Αττική. Η παράδοση αναφέρει ότι ήταν Δωριείς, στον καιρό της βίαιης καθόδου τους. Μόνο που τέτοια κάθοδος δεν υπήρξε, πέρα από την ειρηνική διείσδυση των επαρχιωτών Δωριέων στα μυκηναϊκά κέντρα. Ο Κόδρος έστειλε να ρωτήσουν το μαντείο των Δελφών, πώς θα μπορούσε να αποκρούσει τους εισβολείς. Το μαντείο χρησμοδότησε ότι θα νικήσουν εκείνοι, των οποίων ο βασιλιάς θα σκοτωθεί από αντίπαλο.

Αντιμετωπίζοντας το πεπρωμένο του, ο Κόδρος ντύθηκε ρούχα ζητιάνου, εισέδυσε στο στρατόπεδο των εισβολέων κι άρχισε να τους κοροϊδεύει, ώσπου κάποιος από αυτούς θύμωσε και τον σκότωσε. Γρήγορα, μαθεύτηκε ποιος στην πραγματικότητα ήταν. Οι εισβολείς, που επίσης γνώριζαν τον χρησμό, τα μάζεψαν κι έφυγαν. Οι Αθηναίοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν θα βρισκόταν τόσο άξιος, ώστε να διαδεχθεί τον Κόδρο. Και, για να μην μπλέξουν σε διλήμματα, αποφάσισαν να καταργήσουν την βασιλεία. Πρέπει να ήταν στα τέλη του ΙΑ’ π. Χ. αιώνα.

Από τους γιους26 του Κόδρου, ο ένας, ο Μέδοντας, έμεινε στην Αθήνα, εκλέχτηκε ισόβιος άρχοντας κι έγινε γενάρχης της μισής αθηναϊκής αριστοκρατίας, καθώς ακόμα κι ο σοφός Σόλωνας, ο Πεισίστρατος, ο Περικλής, ο Πλάτωνας και πολλοί άλλοι υπερηφανεύονταν ότι κατάγονται από τον Κόδρο. Ο άλλος (Νηλέας κι αυτός, όπως και ο προπάππος του) πήρε τους Πυλίους και κάμποσους Θηβαίους και μετανάστευσε. Ανοιχτά της Νάξου, τους έπιασε θαλασσοταραχή. Κατέφυγαν στο νησί. Όταν ο καιρός ησύχασε, ο Νηλέας άφησε καμπόσους εκεί και συνέχισε για τη Μικρά Ασία: Έκτισε τις αποικίες της Μιλήτου και της Πριήνης. Είναι η εποχή που δημιουργήθηκε η Ιωνική Δωδεκάπολη,

Στα 632 π. Χ., στον Κολοφώνα της Μ. Ασίας, που κι αυτός ιδρύθηκε από γιο του Κόδρου, γεννήθηκε ο μεγάλος ποιητής Μίμνερμος, δημιουργός της ερωτικής ελεγείας. Ένα από τα ελάχιστα αποσπάσματα ποιημάτων του, που σώθηκαν, λέει:

«...αιπείαν τε Πύλον Νηλήιον άστυ λιπόντες

ιμερτήν Ασίην νηυσίν αφικόμεθα

ες δ΄ ερατήν Κολοφώνα βίην υπέροπλον έχοντες

εζόμεθ΄ αργαλέης ύβριος ηγεμόνες°...».

Με δυο λόγια, οι στίχοι σημαίνουν ότι έφυγαν από την Πύλο κι ήρθαν στη Μ. Ασία. Αυτή είναι και η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για τη μετανάστευση, αν και ο Μαρινάτος διερωτάται, αν πρόκειται γι’ αυτήν του ΙΒ' αι. π. Χ. ή για κάποια κατοπινή.

 

Η εξουσία στους αριστοκράτες

Η παράδοση για τον Κόδρο ερμηνεύεται ως ειρηνική μετάβαση από τη βασιλεία στην αριστοκρατία. Πόσο ειρηνική ήταν, είναι δύσκολο να διακριβωθεί. Οπωσδήποτε, εκλεγόταν βασιλιάς για ισόβια θητεία. Γύρω στα 813 π. Χ., όλες οι εξουσίες τού αφαιρέθηκαν και του έμειναν μόνο τα καθήκοντα του θρησκευτικού ηγέτη. Για την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, εκλεγόταν άλλος, για ισόβια κι αυτός θητεία. Αργότερα, τον είπαν «επώνυμο», καθώς η χρονολόγηση των γεγονότων γινόταν με βάση την εξουσία του (π.χ. τον έβδομο χρόνο της εξουσίας του Τάδε). Για την αρχηγία του στρατού εκλεγόταν επίσης ισόβιος που ονομαζόταν «πολέμαρχος».

Γύρω στα 750 π. Χ., η αριστοκρατία κατάργησε την ισοβιότητα. Στο εξής, οι τρεις άρχοντες και οι έξι νομοθέτες και δικαστές (θεσμοθέτες) εκλέγονταν για δέκα χρόνια). Στα 682 π. Χ., η θητεία τους περιορίστηκε στον ένα χρόνο. Όσοι καταλάμβαναν κάποια από τις θέσεις των εννέα αρχόντων, εκλέγονταν από τον αρχαίο Άρειο Πάγο με την προϋπόθεση ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις του «αριστίνδην και πλουτίνδην» (να είναι δηλαδή αριστοκράτες και πλούσιοι).

Με όλα αυτά, οι αριστοκράτες είχαν στα χέρια τους όλη τη δύναμη, όλο το χρήμα και όλη την εξουσία, πολιτική και δικαστική. Τον Ζ’ π. Χ. αιώνα, η αρπαγή της γης ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Στα δικαστήρια, κέρδιζε όποιος είχε χρήματα να δωροδοκήσει τους δικαστές. Η προμήθεια έδινε κι έπαιρνε και είχε ημιεπίσημα οριστεί στο 10%. Γι’ αυτό και τους δικαστές που δε δέχονταν να δωροδοκηθούν, τους έλεγαν «αδέκαστους»: Χωρίς το ένα δέκατο, χωρίς το 10%. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, οι ξεσηκωμοί των αδικημένων διαδέχονταν ο ένας τον άλλο και ουσιαστικά επικρατούσαν η αναρχία και το δίκιο του πιο δυνατού. «Και με τον νόμο», καθώς δεν υπήρχε γραπτή νομοθεσία και οι μεγαλοκτηματίες ερμήνευαν το εθιμικό δίκαιο, όπως κάθε φορά τους συνέφερε. Στα 624 π. Χ., αποφασίστηκε να υπάρξει νέα νομοθεσία, γραπτή. Το έργο αυτό ανατέθηκε στον Δράκοντα, έναν ευυπόληπτο ευπατρίδη. Ο Δράκοντας παρουσίασε τους νόμους του το 621 π. Χ. Ήταν τόσο αυστηροί, ώστε να μείνει ως τις μέρες μας η έκφραση «δρακόντειοι νόμοι» και «δρακόντεια μέτρα» (ειπώθηκε ότι δεν είχαν γραφεί με μελάνι αλλά με αίμα). Ανάμεσα στα άλλα, η κλοπή ενός μήλου ή η τεμπελιά επέσυραν την ποινή του θανάτου, όπως λέει ο Πλούταρχος. Καθιέρωσε τη Βουλή των 400, στην οποία δικαίωμα να εκλεγούν είχαν όλοι οι υποκείμενοι σε στράτευση με ηλικία πάνω από 30 χρόνων. Και παραχωρούσε όλα τα πόστα στους πλούσιους:

Για να υποδειχθεί κάποιος σε μια από τις θέσεις των εννέα αρχόντων και των ταμιών, έπρεπε να έχει περιουσία τουλάχιστον δέκα χρυσών μνων (μια μνα είχε βάρος περίπου 435 σημερινά γραμμάρια). Για να εκλεγεί στρατηγός ή ίππαρχος, έπρεπε να διαθέτει περιουσία τουλάχιστον εκατό μνων. Ως νόμισμα, μια μνα ήταν ίση με 100 δραχμές και με μια δραχμή μπορούσε κάποιος στην Αθήνα να βγάλει τα έξοδά του για μια βδομάδα.

Πάντως, η σύγχρονη έρευνα τείνει να θεωρήσει ότι κάποιοι από τους νόμους που του αποδίδονται, καθιερώθηκαν σε μεταγενέστερες εποχές. Όπως και να έχει το ζήτημα, οι νόμοι του χαράχτηκαν σε ξύλινες πλάκες και ήταν προσιτοί σε όλους, όσοι γνώριζαν ανάγνωση. Ελάχιστα, όμως, συνέβαλαν στην πολιτική ομαλότητα της Αθηναϊκής πολιτείας. Η άρχουσα τάξη των μεγαλοκτηματιών τους χρησιμοποίησε για το δικό της συμφέρον. Οι εξεγέρσεις συνεχίστηκαν. Στην περίοδο αυτή ανήκουν οι σκελετοί των ογδόντα νεαρών «δεσμωτών» (αλυσοδεμένων μεταξύ τους), στην νεκρόπολη του Φαληρικού Δέλτα. Πιο άγρια από τις εξεγέρσεις ήταν αυτή του Κύλωνα, το 616 ή 612 π. Χ.

Το «Κυλώνειον άγος»

Ολυμπιονίκης στον δίαυλο (δρόμος ταχύτητας δυο σταδίων, περίπου 400 μ.) από το 640 π. Χ., ο Κύλωνας ήταν αριστοκράτης, γαμπρός του τυράννου (από το 625 π. Χ.) των Μεγάρων, Θεαγένη. Με τη βοήθεια του πεθερού του και των εξαγριωμένων από τις αδικίες Αθηναίων, μπήκε επικεφαλής εξέγερσης και κυρίευσε την Ακρόπολη. Επειδή οι περισσότεροι από όσους τον ακολούθησαν ήταν Μεγαρίτες, οι Αθηναίοι είδαν στην όλη κίνηση δάχτυλο του Θεαγένη με σκοπό να επεκτείνει την τυραννίδα και στην πόλη τους. Έσπευσαν να πολιορκήσουν την Ακρόπολη, έχοντας επικεφαλής τον τότε επώνυμο άρχοντα27 Μεγακλή της οικογένειας των Αλκμεωνιδών. Οι πολιορκητές έκοψαν την παροχή νερού στην Ακρόπολη και απλά περίμεναν να εξαντληθούν οι προμήθειες των πολιορκημένων.

Βλέποντας ότι το εγχείρημά τους δεν έβγαζε πουθενά, ο Κύλωνας και ο αδελφός του ξέφυγαν από την προσοχή των Αθηναίων και κατέφυγαν στα Μέγαρα, εγκαταλείποντας τους άνδρες τους στην Ακρόπολη. Μη έχοντας άλλη επιλογή, οι πολιορκημένοι κατέφυγαν ως ικέτες στον ναό της Πολιάδος Αθηνάς, στα βόρεια του βράχου, ελπίζοντας ότι θα έχουν την προστασία του ιερού ασύλου που τους παρείχαν οι άγραφοι θεϊκοί νόμοι. Οι εννέα άρχοντες τους υποσχέθηκαν ότι δεν θα τους πειράξουν, αν δεχθούν να αποχωρήσουν. Οι ικέτες δέχτηκαν κι άρχισαν να κατεβαίνουν από την Ακρόπολη, κρατώντας ταινίες των οποίων η άλλη άκρη ήταν δεμένη στον βωμό. Φθάνοντας μπροστά στον ναό των Ευμενίδων, παράτησαν τις ταινίες (ή έσπασαν καθώς κρέμονταν από αυτές). Μια και πια δεν είχαν επαφή με τον βωμό, οι πολιορκητές θεώρησαν ότι δεν ίσχυε και το άσυλό τους. Χίμηξαν και τους σκότωσαν όλους. Κι επειδή οι περισσότεροι από τα θύματα της παρασπονδίας ήταν Μεγαρίτες, ο Θεαγένης ξεκίνησε επιδρομές στα όρια του κράτους της Αθήνας και κυρίευσε τη Σαλαμίνα. Ένας λοιμός, που έπληξε την πόλη, ερμηνεύτηκε ως θεία δίκη για το «Κυλώνειον άγος», όπως ονομάστηκε.

Ο επώνυμος άρχοντας, ο Αλκμεωνίδης Μεγακλής, θεωρήθηκε υπεύθυνος της σφαγής κι εξορίστηκε με όλη την οικογένειά του, ενώ ο σοφός Επιμενίδης ο Κρης κλήθηκε να εξαγνίσει την πόλη. Ο Επιμενίδης έκανε τον καθαρμό και ταυτόχρονα πρότεινε στους Αθηναίους να αναθέσουν στον φίλο του, σοφό έμπορο Σόλωνα, να φτιάξει νέους νόμους.


Οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα

Όταν ο Σόλωνας προτάθηκε να γίνει νομοθέτης με δικτατορικές εξουσίες, ανήκε ήδη στη γενιά των σαραντάρηδων που πολλά υπόσχονταν στον πολιτικό στίβο της εποχής. Γεννήθηκε το 639 π. Χ. από πατέρα κατευθείαν απόγονο του θρυλικού τελευταίου βασιλιά, Κόδρου (και μακρινού απόγονου του θεού Ποσειδώνα). Γεννήθηκε αριστοκράτης, γλέντησε στα νιάτα του για τα καλά, έγραψε ποιήματα, που υμνούσαν τη φιλία, κι ένα εμβατήριο, που ξεσήκωσε τους Αθηναίους να πάρουν τη Σαλαμίνα28. Νωρίς, μπήκε δυναμικά στο εμπόριο και κατάφερε ν’ αποκτήσει τεράστια περιουσία, που του επέτρεπε να διαθέτει χρόνο για να φιλοσοφεί τη ματαιότητα της ζωής. Πριν να τον κατατάξουν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας, είχε κιόλας αναγνωριστεί, ως σοφός και μετρημένος άνθρωπος.

Έμβλημά του είχε το γνωμικό «μηδέν άγαν» (τίποτα υπερβολικό), που ο ίδιος πρωτοείπε και που τήρησε με ευλάβεια σε όλη του τη ζωή αλλά και στους νόμους του, αν και ο Διογένης ο Λαέρτιος αποδίδει την πατρότητά του στον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο. Αυτή του, άλλωστε, η προσήλωση στη μετριοπάθεια αποτέλεσε και την κρυφή ελπίδα εκείνων που εισηγήθηκαν να του ανατεθούν οι τύχες της πόλης. Τους δικαίωσε πετυχαίνοντας το ακατόρθωτο: Να συμβιβάσει πλούσιους και φτωχούς για πρώτη και τελευταία φορά στην Παγκόσμια Ιστορία!

Όταν τον ερώτησαν, αν έχει την γνώμη πως έδωσε στους Αθηναίους τους καλύτερους νόμους που μπορούσαν να θεσπιστούν, απάντησε θαρραλέα:

«Όχι! Τους έδωσα, όμως, τους καλύτερους, που μπορούσαν να δεχτούν»!

Πεντακόσια χρόνια αργότερα, ο Ρωμαίος Κικέρων έγραφε ότι, στην εποχή του, στην Αθήνα ίσχυαν ακόμα οι νόμοι του Σόλωνα.

Είχε την πεποίθησή ότι «καλός πολίτης είναι ο ενεργός και σωστός πολίτης, ο πολιτικοποιημένος». Πρώτη του δουλειά ήταν να χορηγήσει αμνηστία για όλα τα πολιτικά αδικήματα, εκτός από εκείνα που έγιναν με σκοπό τον σφετερισμό της εξουσίας. Οι Αλκμεωνίδες ξαναγύρισαν στην Αθήνα. Αμέσως μετά, θέσπισε νόμο που προέβλεπε ποινές για όποιον δεν έπαιρνε θέση υπέρ της μιας ή της άλλης παράταξης, σε περίπτωση που εκδηλωνόταν στάση: Ο αμέτοχος έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα!

Ταυτόχρονα, όποιος ήταν τεμπέλης ή ζούσε έκλυτη ζωή, έχανε το δικαίωμα λόγου στην Εκκλησία του Δήμου. Αυτή η Εκκλησία του Δήμου ήταν μια αναβίωση των συνελεύσεων της ομηρικής εποχής αλλά με καθορισμένα και καταλυτικά καθήκοντα. Ουσιαστικά, ο Σόλωνας, καθιερώνοντάς την, θέσπισε τη λαϊκή κυριαρχία. Ο διορισμός των εννέα αρχόντων αφαιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο. Στο εξής (κι ως τα τέλη του αιώνα) τους εξέλεγε η Εκκλησία του Δήμου, στην οποία ήταν υπόλογοι. Μετά τη λήξη της θητείας τους, γινόταν έλεγχος των πράξεών τους και, αν για κάποιον προέκυπταν επιβαρυντικά στοιχεία, του αφαιρούσαν το δικαίωμα να γίνει μέλος της Γερουσίας, ενώ ως τότε οι πρώην άρχοντες γίνονταν αυτοδικαίως γερουσιαστές. Γερουσία και Άρειος Πάγος παρέμειναν σε ισχύ αλλά με περιορισμένες αρμοδιότητες. Τους νόμους πια τους ψήφιζε η Βουλή των 400 (εκατό από κάθε φυλή) αλλά κι αυτής οι αποφάσεις υπόκειντο στην έγκριση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι ελεύθεροι πολίτες, ανεξάρτητα από το μέγεθος της περιουσίας τους.

Με τους νόμους του, ο Σόλωνας επέβαλε τη λαϊκή συμμετοχή, άφησε μεγάλες αρμοδιότητες στους αριστοκράτες αλλά πέρασε την ως τότε ανεξέλεγκτη δράση τους μέσα από τους μηχανισμούς της έγκρισης από την πλειοψηφία. Καθιέρωσε, δηλαδή, την ισορροπία του ελέγχου, κάνοντας πράξη την περί ευνομούμενης πολιτείας φιλοσοφία του. Όταν τον ερώτησαν πώς αντιλαμβάνεται μια τέτοια πολιτεία, απάντησε:

«Είναι αυτή, της οποίας οι πολίτες υπακούουν στους κυβερνήτες τους και οι κυβερνήτες υπακούουν στους νόμους».

Του ζήτησαν να προχωρήσει στην ανακατανομή της γης, που οι αριστοκράτες είχαν ουσιαστικά αρπάξει. Αρνήθηκε τονίζοντας πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αιτία εμφύλιου πολέμου. Θέσπισε, όμως, τη σεισάχθεια (την άρση βαρών, όπως θα τη λέγαμε σήμερα) και με μια μονοκονδυλιά έσβησε όλα τα χρέη, εκτός από τα εμπορικά, κι απαγόρευσε στο εξής, τον δανεισμό με ενέχυρο το σώμα του δανειζόμενου. Μια και κανένας δε χρωστούσε πια τίποτα σε κανέναν, όλοι, όσοι είχαν γίνει δούλοι για χρέη, ελευθερώθηκαν. Με χρήματα του κράτους ελευθερώθηκαν και όσοι είχαν πουληθεί έξω από την Αττική. Οι πλούσιοι τον κατηγόρησαν ότι η νομοθεσία του ισοδυναμούσε με κατάσχεση αλλά δεν μπόρεσαν να τον διαβάλουν, επειδή γρήγορα γνωστοποιήθηκε ότι ο ίδιος ήταν μεγάλος πιστωτής και άρα μεγάλος χαμένος από τον ίδιο του τον νόμο. Δέκα χρόνια αργότερα, όλοι αναγνώριζαν ότι το μέτρο αυτό έσωσε την Αθήνα από την περιπέτεια μιας επανάστασης.

Η μεγάλη επιτυχία των νόμων του Σόλωνα εντοπίζεται στην επέκτασή τους σε πλούσιους και φτωχούς και στην καθιέρωση της συμμετοχής στα κοινά βάρη ανάλογα με τη δυνατότητα του καθένα. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τη διαφθορά, δείχνει πως είχε μυαλό «περπατημένου» και οξυδερκούς ανθρώπου, ο οποίος κατανοεί ότι «το χρήμα δεν είναι το παν, πετυχαίνει όμως το παν». Με ένα πολυσυζητημένο νόμο, μείωσε το ύψος της προίκας, ώστε, στους γάμους, να πρυτανεύει η αγάπη και η θέληση για τη δημιουργία οικογένειας κι όχι το συμφέρον. Όταν, όμως, του ζήτησαν να νομοθετήσει εναντίον των αγάμων, αρνήθηκε:

«Μια γυναίκα είναι βαρύ φορτίο», είπε.

Το μεγάλο επίτευγμά του, πάντως, ονομάζεται Ηλιαία. Ήταν ένα δικαστήριο ενόρκων, το οποίο δίκαζε τα πάντα εκτός από τους φόνους και τις ιεροσυλίες, που παρέμειναν στη δικαιοδοσία του Αρείου Πάγου. Την αποτελούσαν 6.000 δικαστές, που κληρώνονταν μεταξύ όλων των ελεύθερων πολιτών. Σε κάθε δίκη, δίκαζαν πεντακόσιοι που ορίζονταν με κλήρο το πρωί και ήταν υποχρεωμένοι να εκδώσουν απόφαση ως τη δύση του ηλίου.

«Διότι», όπως γράφει σκωπτικά ο Διογένης ο Λαέρτιος, «ακόμα και για έναν Αθηναίο ήταν πολύ δύσκολο, σε μια μόνο μέρα, να δωροδοκήσει πεντακόσιους δικαστές».

Όρισε πως οι γιοι των πεσόντων στη μάχη θα ανατρέφονταν με δαπάνες του κράτους και χώρισε τους Αθηναίους σε τέσσερις εισοδηματικές τάξεις, καθιερώνοντας με σοφία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, επιβάλλοντας ουσιαστικά την τιμοκρατία:

Ανώτερη εισοδηματική τάξη ήταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, αυτοί, δηλαδή που είχαν περιουσία πάνω από 500 μεδίμνους (μετρική μονάδα ίση με 52,53 λίτρα ή με αξία μιας δραχμής). Από αυτούς και μόνον εκλέγονταν οι άρχοντες (σε καθολική όμως ψηφοφορία). Για την φορολόγησή τους υπολογιζόταν ο συντελεστής φόρου πολλαπλασιασμένος επί δώδεκα.

Ακολουθούσαν οι ιππείς με περιουσία από 300 ως 500 μεδίμνους, από την τάξη των οποίων εκλέγονταν για τα κατώτερα αξιώματα και οι οποίοι μπορούσαν να υπηρετούν στο ιππικό. Για τη φορολόγησή τους, ο συντελεστής πολλαπλασιαζόταν επί δέκα.

Τρίτη εισοδηματική τάξη ήταν οι ζευγίτες με περιουσία από 200 ως 300 μεδίμνους, που είχαν δικαίωμα να φέρουν βαρύ οπλισμό και υπηρετούσαν ως οπλίτες. Για τη φορολόγησή τους, ο συντελεστής πολλαπλασιαζόταν επί πέντε.

Όλοι οι υπόλοιποι πολίτες ανήκαν στην τάξη των θητών, πολεμούσαν ως απλοί στρατιώτες (ψιλοί) και απαλλάσσονταν από κάθε είδους φορολογία.

Ένα ακόμα τονωτικό μέτρο που πήρε ο Σόλωνας, ήταν να παραχωρήσει την αθηναϊκή ιθαγένεια σε όλους τους ξένους μόνιμους κάτοικους της Αττικής, με την προϋπόθεση ότι διέθεταν κάποια ειδίκευση και βρίσκονταν στην επικράτεια μαζί με όλη την οικογένειά τους.

Ο ίδιος δε δίστασε να νομιμοποιήσει την πορνεία, καθιστώντας τις εταίρες ελεύθερες επαγγελματίες, ενώ τα πορνεία στο εξής έπρεπε να λειτουργούν με άδεια του κράτους. Φυσικά, αμέσως μετά την αναγνώριση της πορνείας ως νόμιμο επάγγελμα, έσπευσε να τη φορολογήσει και, με τις πρώτες εισπράξεις, να κτίσει ναό αφιερωμένο στην Πάνδημη Αφροδίτη. Παράλληλα, καθιέρωσε πρόστιμο 100 δραχμών για κάθε βιαστή, ενώ ο ή η μοιχός που πιανόταν επ’ αυτοφώρω, σκοτωνόταν επιτόπου.

Κάποια άλλα από τα μέτρα που πήρε στον κοινωνικό τομέα, φανερώνουν σε ποιο σημείο κατάπτωσης είχε φτάσει η πόλη, που έμελλε, έναν αιώνα αργότερα, να σώσει την Ελλάδα από την περσική απειλή και να δημιουργήσει τον χρυσό αιώνα του πνεύματος και της τέχνης:

Οι γυναίκες απαγορευόταν να έχουν πάνω από τρεις φορεσιές, οι πομπώδεις τελετές τιμωρούνταν με βαριά πρόστιμα, οι πολυδάπανες θυσίες καταργήθηκαν, ενώ έτρωγε βαρύ πρόστιμο, όποιος το παράκανε με τα μοιρολόγια στις κηδείες. Έτσι, η επίδειξη χτυπήθηκε καίρια και οι Αθηναίοι, θέλοντας και μη, οδηγήθηκαν στη σοφία του γνωμικού «παν μέτρον άριστον» (όλα με μέτρο).

Στα 572 π.Χ., σε ηλικία 67 χρόνων, ο Σόλωνας αποσύρθηκε. Του πρότειναν να γίνει ισόβιος δικτάτορας. Αρνήθηκε:

«Η δικτατορία είναι ωραία τοποθεσία για να μένει κάποιος αλλά δεν προσφέρει τρόπο επιστροφής», είπε.

Ζήτησε από τους Αθηναίους να του ορκιστούν ότι θα εφαρμόζουν τους νόμους για τα δέκα επόμενα χρόνια κι έφυγε να γνωρίσει τον κόσμο.

Πήγε στην Αίγυπτο, πέρασε από την Κύπρο, όπου τον παρακάλεσαν να τους φτιάξει νόμους, κι από εκεί πήγε στις Σάρδεις, στην αυλή του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου, που θέλησε να του κάνει επίδειξη. Ο Λυδός τον περιέφερε στο παλάτι δείχνοντάς του τα συσσωρευμένα πλούτη κι έπειτα τον ρώτησε, ποιον θεωρούσε πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Ο σοφός του απαρίθμησε περιπτώσεις ανθρώπων, που όλοι τους ήταν πια νεκροί. Ο Κροίσος διαμαρτυρήθηκε κι ο Αθηναίος του είπε το περίφημο:

«Μηδένα προ του τέλους του μακάριζε» (μην καλοτυχίζεις κανέναν, πριν να δεις πώς πέθανε).

Επέστρεψε στην πατρίδα του πολύ γέρος και πανέτοιμος να δεχτεί τον θάνατο. Πικράθηκε, όταν είδε τον μακρινό του ξάδερφο, Πεισίστρατο, να εξαπατά συμμάχους και αντιπάλους και να γίνεται τύραννος. Τότε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, έβγαλε έξω από την πόρτα τα όπλα του και την ασπίδα, σημάδι ότι εγκαταλείπει την πολιτική, κι αναστέναξε:

«Κάθε Αθηναίος μόνος του έχει το βήμα της αλεπούς. Όλοι μαζί, όμως, περπατούν σα χήνες».

Πέθανε το 559 π. Χ. σε ηλικία 80 χρόνων.

 

Ο Πεισίστρατος και οι... χήνες

Η μητέρα του Πεισίστρατου και η μητέρα του Σόλωνα ήταν εξαδέλφες. Ο ίδιος ο Πεισίστρατος ήταν πάμπλουτος, ωραίος άνδρας, φοβερός ρήτορας και βεβαιωμένα ανδρείος, καθώς είχε διακριθεί σε μια μάχη των Αθηναίων με τους Μεγαρείς. Βρέθηκε επικεφαλής των «διακρίων», των χωρικών και εργατών που κατοικούσαν στις «άκρες» της Αττικής και μάχονταν για την ανακατανομή της γης. Αντίπαλοί τους ήταν οι «πεδινοί», στους οποίους συνασπίζονταν οι πλούσιοι γαιοκτήμονες, ουσιαστικά αυτοί που είχαν περισσότερο πληγεί από τη νομοθεσία του Σόλωνα, και οι «παράλιοι», κυρίως έμποροι φανατικοί υποστηρικτές του Σόλωνα.

Αν και πλούσιος, ο Πεισίστρατος το έπαιζε προστάτης του λαού. Εμφανίστηκε στην Εκκλησία του Δήμου, έδειξε ένα τραύμα του και κατήγγειλε ότι τον χτύπησαν «οι εχθροί του λαού». Για την προστασία του ζήτησε να προσλάβει μερικούς σωματοφύλακες. Εξάδελφός του ο Σόλων, τον ήξερε και από την καλή και από την ανάποδη. Υποψιάστηκε αμέσως ότι το τραύμα προερχόταν από αυτοτραυματισμό. Σηκώθηκε και είπε:

«Άνδρες Αθηναίοι, είμαι πιο φρόνιμος από μερικούς και πιο γενναίος από άλλους: Πιο φρόνιμος από εκείνους που δεν βλέπουν τον δόλο του Πεισίστρατου και πιο γενναίος από τους άλλους που τον βλέπουν αλλά δεν τολμούν να μιλήσουν».

Η Εκκλησία του Δήμου δεν πείστηκε από τον Σόλωνα. Ψήφισε να δοθεί στον Πεισίστρατο δικαίωμα να έχει φρουρά πενήντα ανδρών. Προσέλαβε τετρακόσιους. Κυρίευσε την Ακρόπολη κι επέβαλε δικτατορία (τυραννίδα). Ήταν το 561 π. Χ. και ήταν η φορά που ο Σόλωνας μίλησε για χήνες. Ο Σόλωνας πέθανε, οι παράλιοι, με αρχηγό τον Αλκμεωνίδη Μεγακλή, συμμάχησαν με τους πεδινούς, που είχαν αρχηγό τον Λυκούργο, τον γιο του Αριστολαΐδη, και ο Πεισίστρατος ανατράπηκε (556 π. Χ.). Κάπου όμως, οι συνασπισμένοι άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Και οι πεδινοί αμφισβητούσαν τις αποφάσεις του Μεγακλή. Είδε και απόειδε αυτός κι έστειλε να ρωτήσουν τον Πεισίστρατο, που ζούσε στην Παιονία του Παγγαίου, στη Μακεδονία, αν ενδιαφερόταν για συμμαχία μαζί του. Η δουλειά έκλεισε με συμφωνία ο Πεισίστρατος να παντρευτεί την κόρη του Μεγακλή. Ο οποίος Πεισίστρατος απέδειξε έμπρακτα την ορθότητα της άποψης του Σόλωνα για την ομαδική νοημοσύνη των συμπολιτών του:

Μπροστά πήγαιναν οι κήρυκες. Πίσω ακολουθούσε επιβλητικό άρμα που κάποιος ηνίοχος οδηγούσε. Όρθια μέσα στην αστραφτερή της πανοπλία, με το δόρυ «παρά πόδα», πανύψηλη κι εκτυφλωτική, η θεά Αθηνά με την περικεφαλαία της και την τρομερή ασπίδα. Και πίσω από το άρμα ακολουθούσε με ρυθμό παρέλασης ο ιδιωτικός στρατός του Πεισίστρατου. Οι κήρυκες διαλαλούσαν πως ήταν θέλημα της θεάς η εξουσία να αποδοθεί στον Πεισίστρατο. Ο λαός γονάτισε εντυπωσιασμένος. Ο Πεισίστρατος ξανάγινε τύραννος (550 π. Χ.).

Θα περνούσε κάμποσος καιρός ώσπου να μαθευτεί ότι η «Αθηνά» δεν ήταν παρά μια κοπέλα που έναντι αμοιβής ανέλαβε να παίξει τον ρόλο της ζωής της.

Ο Πεισίστρατος παντρεύτηκε την κόρη του Μεγακλή αλλά είχε ήδη μεγάλους γιους από τον προηγούμενο γάμο του: Τον Ιππία και τον Ίππαρχο από την πρώτη του γυναίκα, και από την Αργίτισσα Τειμώνασα τον Ηγησίστρατο. Δεν ήθελε κι άλλα παιδιά. Χώρια που φοβόταν μην του πουν ότι απέκτησε καταραμένους απογόνους καθώς οι Αλκμεωνίδες θεωρούνταν ιερόσυλοι. Για ν’ αποφύγει να την αφήσει έγκυο, είχε μαζί της μόνο παρά φύση επαφές. Η καημένη η γυναίκα, στην αρχή, το ανέχτηκε. Έπειτα όμως το είπε στη μάνα της κι αυτή στον άντρα της, τον Μεγακλή. Θύμωσε αυτός, τα βρήκε με τους αντιπάλους του γαμπρού του κι όλοι μαζί ενώθηκαν ενάντια στον Πεισίστρατου που το έσκασε από την Αθήνα μαζί με τους γιους του (549 π. Χ.). Κάποια στιγμή, κατέληξε στην Ερέτρια, αφού πρώτα σήκωσε όσο μπορούσε από το χρυσάφι των ορυχείων του Παγγαίου. Μάζεψε χρήματα και από τις πόλεις που του είχαν υποχρέωση, έφτιαξε στρατό από μισθοφόρους, κυρίως από το Άργος και τη Νάξο, και μπήκε στην Αττική. Νίκησε κι εγκαταστάθηκε τρίτη φορά τύραννος της Αθήνας (546 π. Χ.). Οι Αλκμεωνίδες εξορίστηκαν με βάση την αρχαία απόφαση για το «Κυλώνειο άγος».

Όταν, ύστερα από 19 χρόνια, πέθανε, εχθροί και φίλοι τού αναγνώρισαν ότι είχε διαχειριστεί την εξουσία με εξυπνάδα, σύνεση και μετριοπάθεια. Και έγινε ο μοναδικός στην παγκόσμια ιστορία δικτάτορας που δεν κατάργησε τίποτε από την υπάρχουσα νομοθεσία. Με όλα τα όργανα του κράτους να φαίνονται ότι λειτουργούν άψογα, όπως και πριν. Η «λεπτομέρεια» ήταν ότι Εκκλησία του Δήμου, Βουλή των Τετρακοσίων, Άρειος Πάγος, Γερουσία και Εννέα Άρχοντες δεν περνούσαν απόφαση, αν δεν άρεσε στον Πεισίστρατο. Και τα βόλεψε με εκείνους που τον ακολούθησαν πιστεύοντας ότι θα κάνει ανακατανομή της γης μοιράζοντας στους ακτήμονες τα κρατικά χωράφια και τη γη των εξόριστων αριστοκρατών.

Ταυτόχρονα, παρ’ ότι δικτάτορας, έβαλε άθελά του τις θεσμικές βάσεις για τον ερχομό της Δημοκρατίας και με την πολιτιστική πολιτική του τα θεμέλια της χρυσής πεντηκονταετίας: κόσμησε την Αθήνα με μεγαλοπρεπείς κατασκευές, όπως όλοι οι δικτάτορες του κόσμου, αλλά ευνόησε τα γράμματα (μεταξύ άλλων, στην εποχή του συγκεντρώθηκαν και καταγράφηκαν τα ομηρικά έπη), τα Παναθήναια και τα Μεγάλα Διονύσια μετατράπηκαν σε πανελλήνιας ακτινοβολίας γιορτές και μέσα απ’ αυτές ξεπήδησαν ο διθύραμβος και το δράμα.

Ο Πεισίστρατος πέθανε το 527 π. Χ. Η εξουσία πέρασε στους δυο γιους του, τον Ιππία και τον Ίππαρχο. Ουσιαστικά, στον Ιππία, καθώς ο Ίππαρχος εκμεταλλεύτηκε την τυραννίδα ως εισιτήριο για διασκεδάσεις και συμπόσια. Τον Ίππαρχο σκότωσαν οι τυραννοκτόνοι, Αρμόδιος και Αριστογείτονας (514 π. Χ.), ανήμερα της γιορτής των Παναθηναίων.

 

Η γιορτή των Παναθηναίων

Θετός γιος της Αθηνάς, ο Εριχθόνιος ήταν αυτός που ίδρυσε τα Αθήναια, την γιορτή προς τιμή της Αθηνάς, όταν έστησε το ξόανο της θεάς στην Ακρόπολη. Πρέπει να ήταν γιορτή για τη λήξη του θερισμού. Όταν ο Θησέας ένωσε τους συνοικισμούς σε μια πόλη, η γιορτή πήρε το όνομα Παναθήναια. Γιορτάζονταν τακτικά κάθε χρόνο ως την εποχή του Σόλωνα. Τα είπαν Μικρά Παναθήναια, σε αντιδιαστολή προς τα Μεγάλα που, από τον καιρό του Πεισίστρατου, καθιερώθηκαν να γιορτάζονται κάθε τέσσερα χρόνια. Εξελίχθηκαν σε μια από τις πιο σπουδαίες γιορτές. Ο Πεισίστρατος ήταν αυτός που καθιέρωσε γυμνικούς και μουσικούς αγώνες. Την πρώτη φορά ξεκίνησαν με την απαγγελία των επών του Ομήρου αλλά εξελίχθηκαν σε διαγωνισμούς κιθάρας και αυλού με βραβεία χρηματικά και στεφάνια για τους νικητές. Ο διαγωνισμός ήταν ανοιχτός σε όλους τους Έλληνες και δεν περιοριζόταν στους Αθηναίους.

Στον ίδιο τον Εριχθόνιο αποδιδόταν η εισαγωγή στα Παναθήναια των ιππικών αγώνων. Ήταν αρματοδρομίες με τον ηνίοχο να οδηγεί το άρμα και τον αθλητή να κάνει ακροβατικές ασκήσεις. Προστέθηκαν αρματοδρομίες με πολεμικά άρματα και άρματα με δυο ή τέσσερα άλογα (τέθριππα). Οι διαγωνιζόμενοι χωρίζονταν σε ομίλους ανάλογα με την ηλικία και τις δυνατότητες των αλόγων. Αργότερα, οι ιππικοί αγώνες συμπληρώθηκαν και με ιπποδρομίες, ενώ, υπήρχε και επίδειξη γυμνασίων ιππικού: Οι Αθηναίοι ιππείς χωρίζονταν σε δυο ομάδες και αναπαρίσταναν επελάσεις ή παρέλαυναν μπροστά στους επίσημους.

Από την εποχή του Πεισίστρατου, στο πρόγραμμα των αγώνων μπήκε και το πένταθλο (δρόμος, πάλη, πυγμαχία, άλμα και δισκοβολία). Οι αθλητές χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με την ηλικία τους. Οι νικητές βραβεύονταν με πιθάρια λάδι, τους «παναθηναϊκούς αμφορείς» που έφεραν παραστάσεις στη μια πλευρά της Αθηνάς να κραδαίνει το δόρυ και στην άλλη σκηνών από τους αγώνες.

Ο Περικλής ήταν αυτός που έδωσε στα Παναθήναια ακόμα μεγαλύτερη ώθηση και ανήγειρε το Ωδείο, όπου στο εξής γίνονταν οι μουσικοί αγώνες. Σημαντικός όμως ήταν ο διαγωνισμός πολεμικού χορού, την αρχή του οποίου αναζητούσαν σε πολύ παλιές εποχές. Ήταν ο πυρρίχιος, τον οποίο, όπως έλεγαν, είχε πρωτοχορέψει η ίδια η θεά Αθηνά, αμέσως μετά την νίκη των Ολύμπιων θεών στην Γιγαντομαχία. Θεωρούσαν την Γιγαντομαχία ως μια από τις πιο μεγάλες στιγμές στην διαδρομή της θεάς και γι’ αυτό σκηνές της αναπαριστάνονταν στον πέπλο των Παναθηναίων, στην ασπίδα της Αθηνάς και στις μετόπες του Παρθενώνα. Και ο πυρρίχιος χορός, στην πραγματικότητα, ήταν αναπαράσταση μάχης με τους χορευτές να κρατούν ασπίδα και να κραδαίνουν δόρυ, ακριβώς όπως εμφανίστηκε η Αθηνά, όταν ξεπήδησε από το κεφάλι του Δία. Οι νικητές έπαιρναν βραβείο ένα βόδι, όπως και εκείνοι που νικούσαν στον διαγωνισμό «ευανδρίας». Ανδρικά καλλιστεία, θα τον λέγαμε.

Από πολύ παλιά είχε ξεκινήσει και ο διαγωνισμός λαμπαδηδρομίας που γινόταν νύχτα, την ενδέκατη ημέρα των εορτών, παραμονή της μεγάλης πομπής και θυσίας. Ήταν ένα είδος σκυταλοδρομίας με αναμμένους πυρσούς, στην οποία συμμετείχαν πέντε ομάδες με σαράντα δρομείς καθεμιά. Οι αθλητές διανύανε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου, πριν να παραδώσουν τους αναμμένους πυρσούς αντί της σημερινής σκυτάλης. Νικούσε η ομάδα της οποίας ο τεσσαρακοστός δρομέας έφτανε πρώτος στον βωμό και τον άναβε. Οι νικητές έπαιρναν από μια υδρία.

Την δωδέκατη ημέρα των Παναθηναίων γινόταν η μεγάλη πομπή. Στην διάρκειά της, μεταφερόταν ο πέπλος, προσφορά των Αθηναίων στην θεά τους. Η ύφανσή του γινόταν κάτω από την επίβλεψη της ιέρειας από τέσσερις αρρηφόρες29 και μερικές «εργαστίνες30 παρθένες». Οι αρρηφόρες ήταν κορίτσια επτά ως ένδεκα χρόνων, τα ωραιότερα από τις πιο καλές οικογένειες, έμεναν στην Ακρόπολη και για μήνες μοναδική τους απασχόληση ήταν η ύφανση του πέπλου της θεάς. Είχε χρώμα κίτρινο και έφερε παραστάσεις από τους αγώνες της Αθηνάς εναντίον των Γιγάντων. Η πομπή ξεκινούσε από τον Κεραμεικό και κατέληγε στην Ακρόπολη. Αργότερα, ο πέπλος κρεμιόταν σε μια ιερή τριήρη που ανέβαινε στην Ακρόπολη με συνδυασμό διαφόρων μοχλών και τροχαλιών.

Επικεφαλής της πομπής βάδιζαν οι επίσημοι, ακολουθούσαν τα ζώα που έμελλε να θυσιαστούν (δυο αρχικά, πολλά στη συνέχεια) και πίσω τους πήγαιναν οι κανηφόρες, επίσης κορίτσια καλών οικογενειών που έφεραν στο κεφάλι τους ελαφριά κάνιστρα με προσφορές για την θεά. Μέτοικοι31 με τις γυναίκες και τα παιδιά τους ακολουθούσαν κουβαλώντας δοχεία με λάδι (ονομάζονταν «σκαφηφόροι») και πιο πίσω έρχονταν οι θαλλοφόροι, νέοι όμορφοι που κρατούσαν κλαδιά ελιάς. Η πομπή έκλεινε με στρατιωτικά τμήματα οπλιτών, αρμάτων και ιππικού. Στον βωμό της θεάς θυσιάζονταν τα ζώα και κάπου εκεί έκλεινε η γιορτή.

 

Η γέννηση του δράματος

Ξεκινώντας από τη Θράκη, η ορφική αίρεση εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και, γύρω στον ΣΤ’ π. Χ. αιώνα, είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα. Ο Διόνυσος Ζαγρέας32 και ο Ορφέας αποτελούσαν τον μοχλό της πίστης των ορφικών που τελούσαν τα ορφικά μυστήρια, ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον θεό που δίνει ψυχή στα πάντα. Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώσπου να φθάσει στον καθαρμό.

Διάφοροι απατεώνες (οι «ορφεοτελεστές») περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και, έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του ΣΤ’ π. Χ. αιώνα. Ήταν γύρω στα 535 π. Χ., όταν ο τύραννος Πεισίστρατος, άνθρωπος ξύπνιος και βαθιά μορφωμένος, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια: Η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία. Με κατάληξη τη γέννηση του αρχαίου δράματος.

Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Διονύσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί.

Την πρώτη ημέρα των Ανθεστηρίων, τα «πιθοίγια», την περίμεναν οι δούλοι όλο τον χρόνο: Ήταν η μέρα τους. Μπορούσαν να κάνουν και να πουν ό,τι ποθούσε η καρδιά τους, ελεύθερα κι ανεξέλεγκτα. Φυσικά, γνώριζαν πως δεν έπρεπε να το παρακάνουν, καθώς υπήρχε περίπτωση κάποια καμώματα να τα πληρώσουν ακριβά την επομένη. Η μέρα άρχιζε με θυσίες και λεγόταν «πιθοίγια», επειδή τότε άνοιγαν τα καινούρια κρασιά, τα ζυμωμένα από την εποχή του μούστου. Το γιοματάρι έρεε και η αγορά γέμιζε αγοραστές από άλλα μέρη, που έρχονταν να προλάβουν το ξακουστό κρασί της Αττικής.

Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «χοές», μέρα της κρασοκατάνυξης, με μια χαρούμενη και επιβλητική νυχτερινή γιορτή. Παντρεμένες κι ανύπαντρες μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια παράξενη πομπή που κινιόταν στο φως των πυρσών, κάτω από τους ήχους αυλών και τυμπάνων: Βακχίδες, μαινάδες και νύμφες μπροστά, Σάτυροι, Σειληνοί και Πάνες33 πίσω, τραγουδούσαν και χόρευαν. Στη μέση, ένα ανθοστόλιστο άρμα κουβαλούσε τη γυναίκα του «βασιλιά», του δεύτερου μετά τον «επώνυμο», μεταξύ των εννέα αρχόντων της πόλης. Πλάι της, υπήρχε ομοίωμα του θεού Διόνυσου και η όλη πομπή κατευθυνόταν στον ναό, όπου θεός και «βασίλισσα» έμεναν μαζί ως το ξημέρωμα, καθώς υποτίθεται ότι ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου τους.

Οι υπόλοιποι όλοι άπλωναν φαγητά και πίθους με κρασί στους υπαίθριους χώρους της πόλης και μετείχαν σε ολονύκτιο γλέντι, που περιλάμβανε και διαγωνισμό κρασιού. Οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να κατεβάσουν απνευστί μια καράφα κρασί. Ο νικητής, αυτός δηλαδή που το κατέβαζε πρώτος, έπαιρνε έπαθλο το θεσμοθετημένο από την Πολιτεία ασκί με κρασί νέας σοδειάς.

Η τρίτη μέρα, οι «χύτροι», ήταν αφιερωμένη στην περισυλλογή, πένθιμη και γεμάτη λειτουργίες. Τέλειωνε με την τελετή της χύτρας που περιφερόταν μουτζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας σε όλους την είσοδο σ’ αυτούς.

Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες, που είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν φωνάζοντας:

«Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».

Νωρίτερα, οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Λήναια, προς τιμή του Λήναιου Διονύσου και σε ανάμνηση του πρώτου πατητηριού (ληνός = πατητήρι). Το Λήναιο, ο ναός του θεού, βρισκόταν στη συνοικία των Λιμνών, στα νότια της Ακρόπολης. Μετά την απαραίτητη κρασοκατάνυξη, όλοι πήγαιναν σε ένα δημόσιο συμπόσιο, προσφορά της Πολιτείας. Μεθούσαν και κινούσαν για το κέντρο της πόλης χορεύοντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλο με χοντροκομμένα αστεία και τραγουδώντας «εγκώμια» στον Διόνυσο, άλλοι μασκαρεμένοι σε Σάτυρους, Σειληνούς και Πάνες κι άλλοι σε ό,τι η έμπνευσή τους όριζε. Πήγαιναν είτε με τα πόδια είτε πάνω σε άμαξες και με αυτά γεννήθηκαν τα «εξ αμάξης» αστεία και ο διθύραμβος. Ήταν ένα είδος ποιήματος «εξημμένης, ταραχώδους και μεγαλοστόμου εμπνεύσεως» που τραγουδιόταν προς τιμή του θεού από κάποιον ανεβασμένο σε ένα τραπέζι. Ονομαζόταν «ελεός».

Στα 530 (τρία χρόνια πριν από τον θάνατο του Πεισίστρατου), ο Θέσπης αντικατέστησε τον ελεό με ηθοποιό. Του έδινε να απαγγείλει έτοιμες μονωδίες και έτοιμους διάλογους με τον κορυφαίο του χορού, ο οποίος απαντούσε με βάση το κείμενο. Άρεσε. Ο Θέσπης έστησε επιχείρηση με «περιοδεύοντα θίασο» κι έδινε παραστάσεις ανά τους δήμους της Αττικής, μεταφέροντας με ένα κάρο μια πρόχειρη φορητή σκηνή. Η επιχείρηση έπιασε. Βρέθηκαν μιμητές, καθιερώθηκαν αγώνες για το καλύτερο έργο κι ο Θέσπης βγήκε στους πρώτους νικητής. Είχε γεννηθεί το θέατρο. Κι αμέσως, ακολούθησε το δράμα. Που διαχωρίστηκε σε τραγωδία, κωμωδία και «σατυρικό δράμα», για να θυμίζει το ότι όλα ξεκίνησαν από τη λατρεία του Διονύσου. Το πρώτο δράμα παρουσιάστηκε στα Λήναια, σε πρόχειρο θέατρο. Στα 478 π. Χ., το πρόχειρο θέατρο κατέρρευσε κι έτσι χτίστηκε ξύλινο, στη θέση που αργότερα υψώθηκε το πέτρινο Διονυσιακό.

Λιγότερο από ένας μήνας χώριζε τα Ανθεστήρια από τα Μεγάλα Διονύσια. Ξεκινούσαν με τον «Προάγωνα», την τελετή «πριν από τον Αγώνα», που αναγγελλόταν δημόσια και περιελάμβανε την παρουσίαση των θεατρικών έργων, καθώς και τους συντελεστές τους. Ακολουθούσε η μεγαλόπρεπη πομπή, εφάμιλλη των Παναθηναίων, με το άγαλμα του θεού να περιφέρεται ανά την πόλη και να περιστοιχίζεται από Σάτυρους, Σειληνούς, ορχήστρες και χορωδίες. Κατάληξη της πομπής ήταν το διονυσιακό θέατρο, όπου γίνονταν σπονδές στον θεό, για να ακολουθήσει ο διαγωνισμός διθυράμβου.

Κάποια στιγμή, χορτασμένοι και μεθυσμένοι οι Αθηναίοι ξεκινούσαν νέα βόλτα στην Αθήνα, χορεύοντας, φορώντας στεφάνια και μάσκες και τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια. Η εκδήλωση ονομαζόταν «κώμος» και προηγείτο των θεατρικών παραστάσεων, που διαρκούσαν τρεις με τέσσερις μέρες. Γιορτές και πανηγύρια τέλειωναν κάποτε, για να μπορέσουν οι Αθηναίοι να πάρουν μιαν ανάσα, πριν να μπουν στα Μουνίχια, καινούρια γιορτή αφιερωμένη στην Άρτεμη.

Η δημιουργία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας

Κοίταξε χαμογελαστός τα ανήσυχα μέλη του πανίσχυρου ιερατείου κι αποφάσισε πως ήταν ώρα να τα καθησυχάσει:

«Η συμφωνία είναι σεβαστή», είπε: «Δεν πρόκειται να ζητήσω ούτε δραχμή πάνω από τα τριάντα τάλαντα, που λέει το συμβόλαιο. Το μάρμαρο το προσφέρουν οι Αλκμεωνίδες στον θεό Απόλλωνα».

Φυσικά και δεν το κατάπιαν. Οι εργολάβοι αναλαμβάνουν δουλειές με σκοπό να κερδίσουν. Όχι να μπουν μέσα. Και ο Κλεισθένης ήταν φανερό πως θα έβαζε κι από την τσέπη του, αν έλεγε την αλήθεια. Ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, το 548 π. Χ. Πάνω από τριάντα χρόνια αργότερα, ο Αθηναίος Αλκμεωνίδης Κλεισθένης πήρε την δουλειά αναλαμβάνοντας να κατασκευάσει καινούριο. Θα κόστιζε στο ιερατείο τριάντα τάλαντα και θα χτιζόταν με πωρόλιθο, που αφθονεί στην περιοχή. Όμως, έκπληκτοι οι άνθρωποι του μαντείου έβλεπαν τους υποτακτικούς του εργολάβου να φέρνουν και να ξεφορτώνουν πανάκριβο παριανό μάρμαρο. Και τα περί προσφοράς δεν τα έτρωγαν. Τους Αθηναίους τους ήξεραν καλά:

«Τι αντάλλαγμα ζητάς;», τον ρώτησαν.

Του εξήγησαν ότι το μαντείο των Δελφών δεν μπορούσε να αισθάνεται υποχρεωμένο στον καθένα, έστω κι αν αυτός ήταν ο Κλεισθένης της φημισμένης γενιάς των Αλκμεωνιδών. Το πράγμα έπρεπε να ξεκαθαριστεί «εδώ και τώρα». Ο Αθηναίος επέμενε ότι δεν έμπαινε θέμα ανταλλάγματος. Μόνο μια μικρή παράκληση είχε να υποβάλει κι, αν θέλανε, την ικανοποιούσαν. Αν όχι, δε θα πείραζε. Του ζήτησαν να γίνει πιο σαφής. Έγινε:

«Τίποτα δύσκολο και τίποτα παράνομο. Απλά, όποτε έρχονται εδώ Σπαρτιάτες για να ζητήσουν χρησμό, κάποιος να προσθέτει στα λόγια της Πυθίας μια μικρή φράση: Η Σπάρτη να βοηθήσει τους Αθηναίους να διώξουν τον δικτάτορα Ιππία».

Το μάρμαρο της Πάρου ήταν ξακουστό. Οι άνθρωποι του ιερατείου το έβλεπαν και ήδη φαντάζονταν τον ναό του Απόλλωνα ντυμένο μ’ αυτό ν’ αστράφτει στο φως του ήλιου. Το αντάλλαγμα δεν τους κόστιζε τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, οι Δελφοί πάντα είχαν την φήμη ότι δεν ανέχονταν τους τυράννους. Συμφώνησαν. Ο Κλεισθένης μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι ήταν ο πρώτος Αθηναίος που κατάφερε να δωροδοκήσει έναν θεό. Τον Απόλλωνα!

Στηριγμένος στα όπλα των Θεσσαλών «λυκοπόδαρων34» μισθοφόρων του, ο Ιππίας είχε εγκαταστήσει στυγνή δικτατορία στην Αθήνα. Αφότου οι τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων κατάφεραν να σκοτώσουν τον αδερφό του, Ίππαρχο, ο Ιππίας έγινε ακόμα πιο καταπιεστικός. Τα βασανιστήρια μπήκαν στην ημερήσια διάταξη, ενώ οι φόροι για να εξασφαλιστούν χρήματα για την φρουρά του ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Φορολόγησε εξώστες, εξωτερικές σκάλες, περιβόλους σπιτιών, ακόμα και τις γεννήσεις και τους θανάτους. Μια εξέγερση που ετοίμαζε ο ευπατρίδης Κήδων, προδόθηκε. Ένα σώμα εθελοντών και φυγάδων του καθεστώτος, που οργάνωσαν οι Αλκμεωνίδες, εξολοθρεύτηκε από τους μισθοφόρους στο Λειψύδριο, στα νότια της Πάρνηθας. Ο Κλεισθένης κατέφυγε στην παλιά τέχνη των Αθηναίων: Τη δωροδοκία.

Οι χρησμοί της Πυθίας εξακολουθούσαν να είναι δυσνόητοι και διφορούμενοι. Όταν, όμως, απευθύνονταν σε κάποιον Σπαρτιάτη, συμπληρώνονταν με τη σαφέστατη παρότρυνση: «Η Σπάρτη πρέπει να βοηθήσει τους Αθηναίους να διώξουν τον τύραννο». Με το «πες πες», στη Λακωνία άρχισε να δημιουργείται ρεύμα κατά του Ιππία, παρ’ όλο που αυτός ήταν σύμμαχος με τους εκεί βασιλιάδες. Οργανώθηκε ένα εκστρατευτικό σώμα με αρχηγό τον Αγχίμολο, επιβιβάστηκε στα πλοία και κατευθύνθηκε στο Φάληρο. Όσο να γίνουν όλ’ αυτά, ο Ιππίας ειδοποίησε τους φίλους του στην Θεσσαλία. Κατέφθασε ο ταγός Κινέας με χίλιους καβαλάρηδες. Ο τύραννος έβαλε και ξερίζωσαν όλα τα δέντρα από την παραλία του Φαλήρου, ώστε να δημιουργηθεί ανοιχτή πεδιάδα. Όταν οι Σπαρτιάτες αποβιβάστηκαν, το θεσσαλικό ιππικό έπεσε πάνω τους και τους τσάκισε. Ο Αγχίμολος σκοτώθηκε στη μάχη κι, όσοι σώθηκαν, γύρισαν με τα πλοία στη Σπάρτη (511 π. Χ.).

Έγινε χαμός. Ο λαός της Σπάρτης ζητούσε εκδίκηση. Ο βασιλιάς Κλεομένης μπήκε επικεφαλής του στρατού κι έφτασε στην Αττική με γοργή πορεία. Η μάχη έγινε στον κάμπο ανάμεσα στα Μέγαρα και την Ελευσίνα και οι Θεσσαλοί κατατροπώθηκαν. Ο Κινέας το έσκασε στην πατρίδα του, ο Ιππίας και οι μισθοφόροι του οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη. Σπαρτιάτες κι αθηναϊκός λαός τους πολιόρκησαν. Ο Ιππίας θέλησε να φυγαδεύσει την οικογένειά του αλλά τον πήραν είδηση, συνέλαβαν τους φυγάδες και τον υποχρέωσαν να δεχτεί συμφωνία. Ήταν το 511 με 510 π. Χ., όταν ο τύραννος εγκατέλειψε την Αθήνα και κατέφυγε στο Σίγειο, όπου ηγεμόνευε ο ετεροθαλής αδερφός του, Ηγησίστρατος, ως υποτελής των Περσών. Έμελλε να βρεθεί στην αυλή του βασιλιά Δαρείου.

Οι φυγάδες και οι εξόριστοι ξαναγύρισαν στην Αθήνα. Μαζί τους και οι Αλκμεωνίδες, με αρχηγό τον Κλεισθένη. Τρεις νόμοι πέρασαν με συνοπτικές διαδικασίες: Διαγραφή από τους καταλόγους πολιτών όλων εκείνων που είχαν γίνει Αθηναίοι παράνομα, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων όλων εκείνων που είχαν στηρίξει την τυραννία και απαγόρευση των βασανιστηρίων. Όμως, στις εκλογές για την ανάδειξη νέου επώνυμου άρχοντα, ο Κλεισθένης έχασε. Τις κέρδισε ο επικεφαλής των αριστοκρατών, Ισαγόρας. Ο Κλεισθένης δεν πτοήθηκε. Ως απλός πολίτης, εισηγήθηκε στην εκκλησία του δήμου σειρά μέτρων που καταργούσαν την οργάνωση του κράτους με βάση τις φατρίες κι αναδείκνυαν τον πολίτη ενεργό κύτταρο της πόλης, ενώ παράλληλα πρότεινε τη δημιουργία της Βουλής των 50035, που θα κληρώνονταν και ουσιαστικά θα κυβερνούσαν. Οι προτάσεις του εγκρίθηκαν κι έγιναν νόμοι του κράτους. Ήταν το 508 π. Χ. κι έτσι γεννήθηκε στην Αθήνα η Δημοκρατία.

Ο Ισαγόρας γρήγορα κατάλαβε ότι βρέθηκε με έναν τίτλο χωρίς αντίκρισμα. Η εξουσία είχε περάσει στη Βουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Ο επώνυμος άρχοντας είχε μεταβληθεί σε διακοσμητικό στοιχείο. Κατέφυγε στο απόλυτο όπλο των Αθηναίων:

Το μυστικό στην δωροδοκία είναι να γνωρίζει ο δωροδοκών, ποιες ακριβώς είναι οι ανάγκες του δωροδοκούμενου. Τι θα ήθελε να έχει και του λείπει. Σ’ αυτό, οι αρχαίοι Αθηναίοι ήταν άφθαστοι. Σήμερα, λέμε πως όλα έχουν την τιμή τους. Τότε, ακολουθούσαν το πιο σωστό, ότι όλοι έχουν κάποια ανάγκη. Στους Δελφούς, ήθελαν ωραίο κι ακριβό ναό. Ένας βασιλιάς, όμως, ποια ανάγκη μπορούσε να έχει; Ο Iσαγόρας δεν δυσκολεύτηκε να βρει, τι θα έκανε, προκειμένου να εξασφαλίσει τα όπλα του βασιλιά της Σπάρτης.

Η σύζυγος του Κλεομένη ήταν εκείνο τον καιρό έγκυος. Ανήκε και στην κατηγορία των γυναικών που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τις πει όμορφες. Αντίθετα, η σύζυγος του Ισαγόρα ήταν καλλονή, ονομαστή για την ομορφιά της. Ο Κλεομένης εντυπωσιάστηκε όταν την είδε και ο Ισαγόρας δεν είχε κανένα ενδοιασμό. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο βασιλιάς έγινε εραστής της κυρίας του Ισαγόρα κι ο Ισαγόρας πήρε την εξουσία της Αθήνας με τα όπλα του Κλεομένη.

Αρχικά, εξόρισε την οικογένεια των Αλκμεωνιδών και τον αρχηγό της, Κλεισθένη, με το σκεπτικό ότι ήταν «εναγείς», βαρύνονταν δηλαδή με τη σφαγή των οπαδών του επαναστάτη Κύλωνα. Το ότι η σφαγή είχε γίνει περίπου 130 χρόνια πριν, αποτελούσε λεπτομέρεια. Ο Κλεισθένης ξαναπήρε τον δρόμο της εξορίας, ενώ ο Ισαγόρας έβαλε τον Κλεομένη να διώξει κι άλλες 700 οικογένειες αντιπάλων του. Μετά, θέλησε να καταργήσει την εκλεγμένη Βουλή και να διορίσει τριακόσιους δικούς του. Όμως, η νεαρή Δημοκρατία δεν κατέθεσε τα όπλα. Βουλευτές και λαός ξεσηκώθηκαν και πήραν τους Σπαρτιάτες στο κυνήγι. Ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και οι δικοί τους οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη. Οι ξεσηκωμένοι τους πολιόρκησαν.

Ο Κλεομένης σκέφτηκε ότι καλή και ωραία ήταν η κυρία του Ισαγόρα αλλά αυτός είχε μπλέξει άσχημα και καμιά όρεξη δεν είχε να βλέπει τους άνδρες του να σκοτώνονται για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι στην εξουσία της Αθήνας. Δυο μέρες μετά το κλείσιμό του στον βράχο, ήρθε σε επαφή με τους πολιορκητές για μια έντιμη συμφωνία. Δέχτηκαν να τον αφήσουν να επιστρέψει με τον στρατό του στη Σπάρτη. Μέσα στη σύγχυση, ο Ισαγόρας βρήκε ευκαιρία να το σκάσει αλλά οι οπαδοί του πέρασαν από δίκη και πολλοί καταδικάστηκαν σε θάνατο.

Ο Κλεισθένης ξαναγύρισε θριαμβευτής. Με τις εισηγήσεις του που ψηφίστηκαν χωρίς τροπολογίες, το νέο πολίτευμα, η Δημοκρατία, ολοκληρώθηκε και παγιώθηκε, δίχως αυτό να σημαίνει ότι ξεπέρασε και τους κινδύνους.

Στη Σπάρτη, ο Κλεομένης δεν μπορούσε να χωνέψει ότι την έπαθε κι ουσιαστικά έγινε υποχείριο των Αθηναίων που τον χρησιμοποίησαν για να απαλλαγούν από τον φίλο του, Ιππία. Συνεννοήθηκε με τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς να χτυπήσουν από τα βόρεια, ενώ ο ίδιος με τους Πελοποννήσιους πέρασε τον Ισθμό. Η νεαρή Αθηναϊκή Δημοκρατία αποδείχτηκε ατσάλινη. Οι Αθηναίοι νίκησαν στα βόρεια, ενώ η διαμάχη που ξέσπασε στους Πελοποννήσιους, τους απάλλαξε κι από αυτούς. Ο Κλεομένης γύρισε στη Σπάρτη κι οργάνωσε συνέδριο των συμμάχων του. Εκεί, ξεκάθαρα, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να παλινορθώσει τον Ιππία. Ο εκπρόσωπος των Κορινθίων, Σωσικλής, πήρε τον λόγο κι άρχισε να αγορεύει ώρες ατέλειωτες. Το ζουμί των όσων είπε στους Σπαρτιάτες ήταν απλό:

«Αν σας αρέσει τόσο πολύ η τυραννίδα, εφαρμόστε την πρώτα στη Σπάρτη και μετά προσπαθήστε να την επιβάλετε και αλλού».

Το συνέδριο διαλύθηκε. Ήταν το 506 π. Χ. Ο Κλεισθένης είχε πεθάνει από την προηγούμενη χρονιά (507 π. Χ.). Η ανιψιά του Αγαρίστη παντρεύτηκε τον Ξάνθιππο. Στα 490 π. Χ. το ζευγάρι ευτύχησε να αποκτήσει ένα γιο. Ήταν ο Περικλής, ο άνθρωπος που οδήγησε την Αθήνα στον χρυσό της αιώνα.

Ο Περικλής ήταν μόλις τριών χρόνων, όταν έγινε η μεγάλη μεταρρύθμιση, αυτή που σήμερα ούτε να την διανοηθούμε μπορούμε. Από τον καιρό του Κλεισθένη, οι Αθηναίοι είχαν χωριστεί σε δέκα φυλές, μια κατάσταση που κατάργησε στην πράξη τα σόγια. Στα 487 π. Χ., οι Αθηναίοι αποφάσισαν να προχωρήσουν στο σύστημα των «κληρωτών εκ προκρίτων». Καθορίστηκε καθένας από τους εννέα άρχοντες να προέρχεται εκ περιτροπής από διαφορετική φυλή, με τη δέκατη να δίνει τον γραμματέα των Θεσμοθετών, ώστε όλες κάποιον δικό τους να έχουν. Έτσι, η Α φυλή έδινε τη μια χρονιά τον επώνυμο, την άλλη τον πολέμαρχο κ.λπ.

Το θέμα όμως δεν τελείωνε εκεί. Σημασία είχε το πώς αποκτούσε κάποιος την πολυπόθητη θέση: Σε κάθε φυλή γινόταν ψηφοφορία για τη θέση που έπρεπε να καλυφθεί και από την κάλπη αναδεικνύονταν δέκα, αυτοί που οι ψηφοφόροι προτιμούσαν. Από τους δέκα, όμως, μόνον ένας έπαιρνε το αξίωμα: Αυτός που κληρωνόταν! Με το ίδιο σύστημα εκλέγονταν και οι βουλευτές. Με τους δεινόσαυρους της πολιτικής, τον «αριστοκράτη» Αριστείδη και τον «δημοκράτη» Θεμιστοκλή να αμιλλώνται στην ψήφιση νόμων που έκαναν πιο πλατιά και πιο γνήσια τη νεαρή Αθηναϊκή Δημοκρατία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

24. Η Χλωρίδα ήταν κόρη του Αμφίονα και της Νιόβης, η μόνη που γλίτωσε τον αφανισμό από τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, όταν η μητέρα της υπερηφανεύτηκε ότι αυτή είχε δώδεκα παιδιά, ενώ η Λητώ (μητέρα των δυο θεών) μόνο δύο.

25. Όταν πέθανε ο Ερεχθέας, οι γιοι του μάλωσαν για την διαδοχή. Κάλεσαν τον Ίωνα ή, κατά άλλη εκδοχή, τον πατέρα του, Ξούθο, διαιτητή. Αυτός έδωσε τον θρόνο στον μεγαλύτερο από τα αδέλφια, Κέκροπα Β’. Στην εκδοχή με τον Ξούθο διαιτητή, οι χαμένοι από την διαιτησία τον έδιωξαν από την Αττική. Ο Ξούθος και τα παιδιά του, ο Ίωνας και ο Αχαιός, κατέφυγαν στην Βόρεια Πελοπόννησο (στη μελλοντική Αχαΐα). Όταν αργότερα, ξέσπασε πόλεμος για την Ελευσίνα, οι Αθηναίοι θυμήθηκαν τον Ίωνα κι έστειλαν ανθρώπους να του ζητήσουν να επιστρέψει και να τους βοηθήσει. Ο Ίωνας κατέφθασε στην Αθήνα, ανέλαβε στρατηγός και νίκησε. Πέθανε πριν να επιστρέψει στην χώρα του.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, όταν η Κρέουσα, η κόρη του Ερεχθέα, απέκτησε γιο από τον Απόλλωνα, το άφησε σε ένα καλάθι σε μια σπηλιά της Ακρόπολης. Το μάζεψε ο Ερμής και το πήγε στους Δελφούς. Μετά τη νίκη στον πόλεμο με τους Μεγαρείς, ο Ερεχθέας έδωσε την κόρη του, την Κρέουσα, γυναίκα του Ξούθου, θέλοντας να τον ευχαριστήσει για την βοήθεια που του πρόσφερε: Αυτός και όχι ο Ίωνας ήταν που πολέμησε στο πλευρό των Αθηναίων. Είχε φτάσει εκεί, κυνηγημένος από τα αδέλφια του, τον Αίολο και τον Δώρο. Παντρεύτηκε την Κρέουσα κι εγκαταστάθηκε στην Αττική. Το ζευγάρι όμως δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. Κατέφυγε στους Δελφούς. Η Πυθία είπε στον Ξούθο να υιοθετήσει το πρώτο παιδί που θα συναντούσε όταν έβγαινε από τον ναό. Και βέβαια, το πρώτο παιδί ήταν το έκθετο της Κρέουσας που είχε μεγαλώσει και εργαζόταν στο μαντείο. Ο Ξούθος το είπε Ίωνα. Η Κρέουσα το μίσησε. Θέλησε να το δηλητηριάσει αλλά, την τελευταία στιγμή, είδε το καλάθι εκείνο, μέσα στο οποίο είχε βάλει το μωρό, όταν το άφησε στη σπηλιά. Κατάλαβε με ποιον είχε να κάνει και όλα πήγαν καλά. Ο Ίωνας έγινε βασιλιάς. Και οι απόγονοί του ονομάστηκαν Ίωνες.

26. Γιοι του Κόδρου ήταν ο Μέδοντας που έμεινε στην Αθήνα και οι Ανδραίμονας, Άνδροκλος, Δαμασίχθονας, Δάμασος, Κλέοπος, Νάοκλος, Νηλέας (ο Β’), Προκλής, Πρόμηθος και Τεμβρίωνας, όλοι οικιστές ιωνικών αποικιών: Από αυτούς, ο Δαμασίχθονας έκτισε τον Κολοφώνα, ενώ ο Πρόμηθος που τον σκότωσε κατά λάθος, έγινε οικιστής του Κολοφώνα της Νάξου. Ο Άνδροκλος έκτισε την Έφεσο, ο Ανδραίμονας την Λέβεδο, ο Κλέοπος τις Ερυθρές και οι Δάμασος και Νάοκλος την Τέω. Και βέβαια, ο Νηλέας Β’ ίδρυσε την Μίλητο και την Πριήνη.

27. Στους επίσημους κατάλογους, ο Μεγακλής φέρεται ότι ήταν επώνυμος άρχων το 599 π. Χ. και όχι το 616 ή 612.

28. Την επανέκτησαν το 570 π.Χ.

29. Αρρηφόρες: Από τις λέξεις άρρητα (απόρρητα) και φέρω. Κόρες από αριστοκρατικές οικογένειες που υπηρετούσαν στον ναό της Αθηνάς.

30. Εργαστίνες: Νεαρές παρθένες Αθηναίες εργάτριες με αποκλειστική εργασία την ύφανση του πέπλου της θεάς Αθηνάς για τα Παναθήναια.

31. Μέτοικος: Ο κάτοικος της αρχαίας Αθήνας που είχε μεταναστεύσει εκεί από άλλη περιοχή και, κατά κανόνα, δεν είχε πολιτικά δικαιώματα.

32. Ο Ζαγρέας (Ζαγρεύς) ήταν ο ύψιστος θεός των Ορφικών. Γεννήθηκε από την Περσεφόνη και τον Δία που, για την περίσταση, είχε μεταμορφωθεί σε φίδι. Κι επειδή η Περσεφόνη, στον μύθο αυτόν, έφερε κέρατα, ο Ζαγρέας γεννήθηκε κι αυτός με κέρατα. Ταυτίστηκε με τον Διόνυσο «τον πρώτο».

33. Σάτυροι: Πνεύματα των βουνών και των δασών, ανθρωπόμορφοι φαλακροί με μυτερά αυτιά από τη μέση και πάνω, τραγοπόδαροι από τη μέση και κάτω, ακόλουθοι του Διονύσου. Σειληνοί: δαίμονες των ποταμιών, με αυτιά, ουρά και οπλές αλόγου, επίσης ακόλουθοι του Διονύσου. Πάνας: Τραγοπόδαρος θεός, προστάτης των κτηνοτρόφων, ο Φαύνος των Ρωμαίων.

34. Οι μισθοφόροι του Ιππία ήταν κυρίως Θεσσαλοί. Οι Αθηναίοι τους βάφτιζαν λυκοπόδαρους, επειδή φορούσαν υποδήματα από δέρμα λύκου.

35. Με εισηγήσεις του Κλεισθένη και για να εξαλειφθούν οι επιρροές από τα σόγια, καταργήθηκαν οι τέσσερις φυλές (παρέμειναν μόνο για την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων) και, στη θέση τους, δημιουργήθηκαν δέκα νέες: Ερεχθηίς (προς τιμή του ήρωα βασιλιά Ερεχθέα, που ήταν προστατευόμενος της Θεάς Αθηνάς), Αιγηίς (προς τιμή του βασιλιά Αιγέα, πατέρα του Θησέα που ένωσε την Αττική σε ένα κράτος), Πανδιονίς (προς τιμή του ήρωα βασιλιά Πανδίονα, πατέρα του Ερεχθέα), Λεοντίς (προς τιμή του ήρωα Λέω, του οποίου οι θυγατέρες θυσιάστηκαν για να σωθεί η πόλη και τις οποίες οι κατοπινοί Αθηναίοι τιμούσαν στο Λεωκόρειο, το ηρώο που έχει στηθεί στον Κεραμικό, μετά τα μέσα του Ε’ π. Χ. αιώνα), Ακαμαντίς (προς τιμή του ήρωα Ακάμαντα, γιου του Θησέα, πρώτου Αθηναίου που έφτασε στην Τροία), Οινηίς (προς τιμή του ήρωα Οινέα, γιου του βασιλιά Πανδίονα), Κεκροπίς (προς τιμή του αυτόχθονα βασιλιά της Αθήνας, Κέκροπα), Ιπποθοοντίς (προς τιμή του ήρωα Ιπποθόοντα που ο βασιλιάς Θησέας βοήθησε να ηγεμονεύσει σε μεγάλο τμήμα της Αρκαδίας), Αιαντίς (προς τιμή του Αίαντα, γιου του Τελαμώνα και ήρωα της Σαλαμίνας) και Αντιοχίς (προς τιμή του ήρωα Αντίοχου, γιου του Ηρακλή και της Μίδας). Σε αυτές εντάχθηκαν από δέκα νέοι δήμοι (συνολικά εκατό). Κάθε φυλή έστελνε πενήντα βουλευτές στη Βουλή των πεντακοσίων.

 

(τελευταία επεξεργασία, 28 Οκτωβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας