Κεφ. 2 Στα χρόνια του Θησέα

 

Η γέννηση ενός ήρωα

Ο βασιλιάς Αιγέας ήταν ένας τρομοκρατημένος άνθρωπος. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, δεν έμενε στον λόφο της Ακρόπολης. Το ανάκτορό του ήταν χτισμένο στον λόφο που αργότερα ισοπεδώθηκε για να κατασκευαστεί εκεί ο ναός του Ολυμπίου Διός: Το Ολυμπιείο. Είχε καταφέρει να απαλλαγεί από τους δυο αδελφούς αλλά έτρεμε την ώρα που ο τρίτος από αυτούς θα αποφάσιζε να του πάρει τον θρόνο.

Πρώτος ο αδερφός του, Νίσος, έκτισε μια πόλη στην παραλία των Μεγάρων, εγκαταστάθηκε εκεί και χάρισε την υπόλοιπη γη του στον Αιγέα. Ο βασιλιάς της Αθήνας έδιωξε και τον Λύκο από τη Βόρεια Αττική και την προσάρτησε κι αυτήν στα εδάφη του. Ο Λύκος έφυγε στη Μικρά Ασία κι εγκαταστάθηκε στην περιοχή που ονομάστηκε Λυκία. Αιγέας και Πάλλαντας έμειναν στην Αττική να υποβλέπουν ο ένας τον άλλον. Ο Πάλλαντας απέκτησε πενήντα γιους (τους Παλλαντίδες), ενώ ο Αιγέας κανέναν. Τα πράγματα άρχισαν να αγριεύουν. Ο Αιγέας δεν ήξερε από πού να φυλαχτεί. Υποψιαζόταν τους πάντες και τα πάντα κι αυτή του η καχυποψία έβαλε την Αθήνα σε μεγάλους μπελάδες:

Κάποτε, ο γιος του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης, ο Ανδρόγεος, έφτασε στην Αθήνα και νίκησε σ’ όλους τους αγώνες των Παναθηναίων. Τον ίδιο καιρό, ένας άγριος ταύρος τρομοκρατούσε τους κατοίκους του Μαραθώνα. Ο Αιγέας θαύμασε τις νίκες του βασιλόπουλου από την Κρήτη και το παρακάλεσε να τους απαλλάξει κι από τον τρομερό ταύρο. Ο Ανδρόγεος δέχτηκε να δοκιμάσει. Δεν τα κατάφερε, όμως, και σκοτώθηκε.

Στην πραγματικότητα, ο Αιγέας είχε υποψιαστεί πως το βασιλόπουλο συνεργαζόταν με τους Παλλαντίδες με σκοπό να τον ανατρέψουν. Τον έστειλε, λοιπόν, στον Μαραθώνα με δυο συνοδούς που κάποια στιγμή τον σκότωσαν, μαχαιρώνοντάς τον πισώπλατα.

Ο Μίνωας βρισκόταν στην Πάρο κι έκανε κάποια θυσία, όταν έμαθε τα νέα. Με τον στόλο του, βγήκε στην Αττική και πολιόρκησε τα Μέγαρα. Ο βασιλιάς της πόλης, Νίσος, αντιστάθηκε σθεναρά: Είχε στα μαλλιά του χρυσές τρίχες που τον έκαναν ανίκητο. Είχε και μια κόρη, τη Σκύλλα (άσχετη με το ομώνυμο τέρας που στεκόταν απέναντι στην Χάρυβδη), η οποία, στη διάρκεια της πολιορκίας, ερωτεύτηκε τον Μίνωα. Για να εξυπηρετήσει τον αγαπημένο της, η Σκύλλα έκοψε τις χρυσές τρίχες από τα μαλλιά του βασιλιά πατέρα της, χωρίς αυτός να την πάρει είδηση. Ο Νίσος σκοτώθηκε. Τα Μέγαρα έπεσαν. Η Σκύλλα πήγε και βρήκε τον Μίνωα και του είπε, τι έκανε για το χατίρι του. Αυτός αηδίασε και την έριξε στη θάλασσα.

Έπειτα, βάδισε ενάντια στην Αθήνα, την πολιόρκησε αλλά δεν μπορούσε να την πάρει. Ζήτησε από τον πατέρα του, Δία, να τιμωρήσει τους φονιάδες του αγοριού του. Ο αρχηγός των θεών έστειλε στην πόλη όλου του κόσμου τις συμφορές. Οι Αθηναίοι θυσίασαν στον θεό τις κόρες του Υάκινθου, μήπως και τον εξευμενίσουν. Ο Υάκινθος ήταν ένας Σπαρτιάτης, που ζούσε στην Αθήνα με τις κόρες του. Κάποιος χρησμός, που τελικά αποδείχτηκε ψεύτικος, έπεισε τους Αθηναίους πως θα γλίτωναν από τα δεινά, αν θυσίαζαν τα κορίτσια. Μάταια.

Οι Αθηναίοι κατέφυγαν στην Πυθία του μαντείου των Δελφών, που τους συμβούλευσε να δώσουν στον Μίνωα ό,τι θα τους ζητούσε. Ο βασιλιάς της Κρήτης απαίτησε να του στέλνουν στην Κρήτη, σε τακτά διαστήματα, επτά νέους κι επτά νέες, τροφή στον Μινώταυρο, το τέρας με κεφάλι ταύρου και ανθρώπινο σώμα, που βρισκόταν φυλακισμένο στον Λαβύρινθο. Ο Αιγέας υποχρεώθηκε να υπακούσει.

Με όλα αυτά, αναζητούσε απεγνωσμένα ένα γιο. Πήρε μια γυναίκα, πήρε δεύτερη, παιδί δεν έβλεπε να αποκτά. Τελικά, κατέφυγε στους Δελφούς να ρωτήσει την Πυθία. Ο χρησμός τον μπέρδεψε περισσότερο:

«Να μη λύσεις το πόδι του ασκιού, πριν να φτάσεις στην Αθήνα»13.

Σκοτισμένος, πήγε στον φίλο του, τον σοφό Πιτθέα14, που ήταν βασιλιάς στην Τροιζήνα και είχε κόρη την όμορφη Αίθρα. Μόλις έφτασε, έσπευσε να του διηγηθεί τον καημό του αλλά και τον χρησμό. Ο Πιτθέας κατάλαβε πως η Πυθία διέταξε τον βασιλιά της Αθήνας να μην σμίξει με γυναίκα (και να μην πιει κρασί) ώσπου να γυρίσει στο σπίτι του. Ο χρησμός έλεγε να μη λύσει το πόδι (το ανδρικό γεννητικό όργανο) του ασκού (αυτό που προβάλει κάτω από την κοιλιά). Αντί, όμως, να του τα πει, προτίμησε να τον ποτίσει με τόση πολύ κρασί, ώστε να τον μεθύσει για τα καλά. Και τον οδήγησε σε ένα δωμάτιο, όπου είχε βάλει την κόρη του, την Αίθρα, να τον περιμένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

Κανένας, εκτός από την ίδια την Αίθρα, δεν μπορούσε να ξέρει, αν έγινε τίποτα ανάμεσά τους. Το βέβαιο είναι ότι ο Αιγέας έμεινε κάμποσο καιρό φιλοξενούμενος του φίλου στην Τροιζήνα, ενώ η Αίθρα είδε μια νύχτα στον ύπνο της την θεά Αθηνά να της λέει να πάει στο νησί Σφαίρα15 για να κάνει μια σπονδή. Εκεί, την περίμενε ο Ποσειδώνας...

Είτε από τον Αιγέα είτε από τον Ποσειδώνα είτε κι από τους δυο, η Αίθρα έμεινε έγκυος για μεγάλη χαρά του βασιλιά της Αθήνας που όμως το είχε παρακάνει με την παραμονή του στην Τροιζήνα. Αποφάσισε πως έπρεπε να γυρίσει στην πόλη του, πριν οι Παλλαντίδες κάνουν κάτι ανεπανόρθωτο. Πριν να φύγει, πήρε την Αίθρα παράμερα, πλάι σ’ έναν βράχο κάτω από τον οποίο έκρυψε το σπαθί του με λαβή από ελεφαντόδοντο κι ένα ζευγάρι σαντάλια. Της είπε πως, αν γεννούσε κόρη, θα έπρεπε να την κρατήσει και να την αναθρέψει αυτή. Αν, όμως, αποκτούσε γιο, να τον μεγάλωνε κι όταν έκρινε ότι ήρθε ο καιρός, να τον έβαζε να σηκώσει τον βράχο, να πάρει σπαθί και σαντάλια και να του τον στείλει στην Αθήνα.

Το μωρό γεννήθηκε μια γενιά πριν από την εποχή του Τρωικού πολέμου και μια γενιά μετά τον Ηρακλή, εκεί γύρω στα χρόνια μετά το 1300 π. Χ.16. Ήταν αγόρι και η Αίθρα το είπε Θησέα (από το ρήμα θέτω, καθώς ο Αιγέας είχε «θέσει» σε συγκεκριμένο σημείο το ξίφος και τα σαντάλια, από τα οποία έμελλε να αναγνωρίσει τον γιο του).

Ο παππούς Πιτθέας ενθουσιάστηκε με τον εγγονό του και φρόντισε να έχει την ανατροφή που του άξιζε. Μέχρι και δάσκαλο της πάλης προσέλαβε, τον ξακουστό παιδαγωγό Κοννίδη. Το αγόρι ήταν επτά χρόνων, όταν από εκείνα τα μέρη πέρασε ο Ηρακλής. Ο Πιτθέας τον φιλοξένησε στο παλάτι και τα πιτσιρίκια πήραν μαύρο δρόμο βλέποντας τη λεοντή. Μόνο ο Θησέας δεν τρόμαξε: Άρπαξε ένα τσεκούρι κι όρμησε καταπάνω της. Μόλις που πρόλαβαν, πριν να ξεσχίσει ο πιτσιρικάς το ρούχο του ημίθεου. Ο Πιτθέας όμως είχε να το λέει για την αντρειοσύνη του εγγονού του.

 

Στον δρόμο για την Αθήνα

Οι μέρες της ξεγνοιασιάς πέρασαν, ο Θησέας αντρώθηκε και η Αίθρα θυμήθηκε την εντολή του Αιγέα. Πήγε τον γιο της στον βράχο και του εξήγησε. Ο ήρωας δε δυσκολεύτηκε να σηκώσει τη βαριά πέτρα. Ζώστηκε το σπαθί, φόρεσε τα σαντάλια και κίνησε να συναντήσει τον πατέρα του. Στον δρόμο, έμελλε να εξολοθρεύσει όλους όσοι από τους γιους του Ποσειδώνα εξακολουθούσαν να ζουν στην Αττική...

Πέντε ληστές, όλοι τους γιοι του Ποσειδώνα, είχαν πιάσει τα περάσματα από την Επίδαυρο ως τον Κηφισό, στον δρόμο που ενώνει την Τροιζήνα με την Αθήνα. Κι ο Θησέας ήταν, έλεγαν, γιος του Ποσειδώνα αλλά για τη γέννησή του είχαν συμπράξει η Αθηνά, ο απόγονος των αυτοχθόνων, Αιγέας, και η Μυκηναία Αίθρα.

Ο πρώτος ληστής, που έλαχε στην πορεία του ήρωα προς το πατρικό ανάκτορο, ήταν ο Περιφήτης ή Κορυνήτης. Παραφύλαγε έξω από την Επίδαυρο και σκότωνε τους περαστικούς με μια κορύνη, ένα χάλκινο ρόπαλο. Ο Θησέας δε δυσκολεύτηκε να τον σκοτώσει και να πάρει το ρόπαλο που ποτέ, από τότε, δεν αποχωρίστηκε.

Ο επόμενος ήταν ο Σκίρωνας και πρέπει να είχε το στέκι του στην Κακιά Σκάλα, στις λεγόμενες «Σκιρωνίδες Πέτρες». Έβαζε τα θύματά του να στέκουν πάνω σε ένα βράχο και να του πλένουν τα πόδια. Μόλις τέλειωναν, τους γκρέμιζε στη θάλασσα όπου μια τεράστια χελώνα τους έτρωγε. Ο Θησέας της έστειλε τον ληστή τελευταίο της γεύμα.

Σειρά είχε ο Σίνης ο Πιτυοκάμπης (θα λέγαμε «αυτός που λυγίζει τα πεύκα»): Έδενε τα θύματά του σε ένα λυγισμένο δέντρο, που, μετά, το άφηνε να ισιώσει. Οι δυστυχισμένοι ξεσχίζονταν μέσα σε φριχτούς πόνους, μπροστά στα μάτια της όμορφης κόρης του ληστή, της Περιγούνης. Ο Θησέας τον εξόντωσε με τον ίδιο τρόπο και μετά βάλθηκε να ψάχνει την Περιγούνη, που είχε χωθεί τρομαγμένη στο δάσος. Ο Θησέας της φώναζε πως δεν πρόκειται να την πειράξει και η μικρή, τελικά, φανερώθηκε. Ήταν η πρώτη ερωτική εμπειρία του ήρωα κι από αυτήν έμελλε να γεννηθεί ο Μελάνιππος, περίφημος αθλητής, νικητής στον αγώνα δρόμου ενός σταδίου στα Νέμεα. Αργότερα, της βρήκε σύζυγο τον γιο του βασιλιά της Οιχαλίας, πόλης κοντά στον θεσσαλικό Πηνειό, και την ξεφορτώθηκε.

Μετά από αυτό το μικρό διάλειμμα, ο Θησέας συνέχισε για να συναντηθεί με τον Πολυπήμονα Δαμάστη, πιο γνωστό με το όνομα Προκρούστης. Αυτός άπλωνε τα θύματά του πάνω σ’ ένα κρεβάτι κι αν τα πόδια τους περίσσευαν, τα έκοβε. Αν ήταν πιο κοντά από το μήκος του κρεβατιού, τα τραβούσε σπάζοντας τα κόκαλα. Και στις δυο περιπτώσεις, κανένας δεν επιζούσε. Ο Θησέας τον σκότωσε. Προχώρησε ως το λημέρι του Κερκύονα, που προκαλούσε τα θύματά του να παλέψουν και τα σκότωνε. Με τον ήρωα δεν είχε καμιά τύχη. Ο Θησέας τον σκότωσε κι αυτόν.

Ανάμεσα στις περιπέτειες με τους πέντε ληστές, γιους του Ποσειδώνα, ο Θησέας υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει και το φοβερό θηλυκό αγριογούρουνο, την Φαία, κόρη των τεράτων Τυφώνα και Έχιδνας, που κατατρομοκρατούσε την περιοχή στα σύνορα της Μεγαρίδας με την Κορινθία. Φυσικά, κι αυτή τη σκότωσε. Ο δημόσιος δρόμος ελευθερώθηκε από όλες τις παγίδες κι ο Θησέας έφτασε επιτέλους στις όχθες του Κηφισού. Εκεί, ζούσαν οι Φυταλίδες, που κύριο έργο είχαν τη λατρεία του Ποσειδώνα. Πέρασαν τον ήρωα από όλες τις πρέπουσες τελετές κάθαρσης για τους φόνους που είχε διαπράξει (σημάδι αναγνώρισης της νέας τάξης πραγμάτων) και τον απέδωσαν άσπιλο να μπει στην Αθήνα...

 

Η αναγνώριση πατέρα και γιου

Ο γέρο Αιγέας είχε απελπιστεί ότι θα αποκτήσει διάδοχο, κι ας υπήρχε ήδη ένα εξώγαμο με τη Μήδεια, με την οποία συζούσε. Η μάγισσα είχε καταφύγει στο παλάτι του βασιλιά, απ’ όταν το έσκασε από την Κόρινθο, μετά τον φόνο της δεύτερης γυναίκας και των παιδιών του Ιάσονα, που την εγκατέλειψε. Είχε κάνει τον Αιγέα του χεριού της με την υπόσχεση πως θα τον βοηθούσε ν’ αποκτήσει πολλά παιδιά αλλά προόριζε τον δικό της γιο για τον θρόνο της Αθήνας. Υπήρχαν βέβαια και οι Παλλαντίδες που καραδοκούσαν, πότε θα πεθάνει ο θείος τους, να τον διαδεχτούν, αλλά η Μήδεια είχε την ελπίδα πως θα τους ξεφορτωνόταν.

Ο Θησέας μπήκε στην πόλη φορώντας έναν κατακόκκινο χιτώνα και μια χλαμύδα που έκρυβε το σπαθί του, εντυπωσιακός και πανέμορφος, κάνοντας τα κορίτσια να κοκκινίζουν στο πέρασμά του. Η φήμη του είχε προηγηθεί. Όλοι έβγαιναν στους δρόμους να δουν το παλικάρι που είχε απαλλάξει τη γη της Αττικής από ληστές και αγριογούρουνο. Ένας κήρυκας τον ανάγγειλε στο παλάτι.

Η Μήδεια τον είδε κι ένιωσε τον κίνδυνο. Έπεισε τον Αιγέα να τον καλέσει σε γεύμα και να ρίξει δηλητήριο στην κούπα του, τάχα γιατί είχε έρθει να του πάρει τον θρόνο. Στο τραπέζι, ο Θησέας τράβηξε τη χλαμύδα, δήθεν να πάρει το μαχαίρι του αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να φανεί η από ελεφαντόδοντο λαβή του σπαθιού του. Ο Αιγέας το αναγνώρισε αμέσως. Με μια βίαιη κίνηση, έχυσε την κούπα με το δηλητηριασμένο κρασί, σηκώθηκε κι αγκάλιασε τον γιο του και, χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε και τον ανάγγειλε στους Αθηναίους. Χάρηκαν κι αυτοί που θα αποκτούσαν τόσο γενναίο βασιλιά.

Η πορεία του Θησέα προς την εξουσία αποδείχτηκε ένας μέχρι θανάτου αγώνας με τους γιους του Ποσειδώνα και καθετί που εκπροσωπούσε το παλιό. Η Μήδεια ανήκε στο παλιό17. Για μια ακόμη φορά, πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Στην Αθήνα, οι Παλλαντίδες φρένιασαν. Τόσον καιρό περίμεναν υπομονετικά να πεθάνει ο Αιγέας να τον κληρονομήσουν και τώρα τους προέκυπτε καινούριο εμπόδιο. Χωρίστηκαν σε δυο ομάδες κι έστησαν ενέδρα να ξεκάνουν τον διάδοχο. Ο Θησέας, όμως, ειδοποιήθηκε από κάποιον και τους βγήκε από πίσω. Στη μάχη που ακολούθησε, σκότωσε και τους πενήντα. Μετά, τράβηξε για τον Μαραθώνα. Ζούσε εκεί ακόμα ο τρομερός ταύρος που σκορπούσε τον όλεθρο και σκότωνε, όποιον πλησίαζε. Πολλοί είχαν χαθεί στην προσπάθειά τους να τον εξοντώσουν. Ο Θησέας τον έπιασε από τα κέρατα, τον έσυρε ως την Αθήνα και τον περιέφερε στους δρόμους της πόλης, ώσπου έφτασε στον ναό του Απόλλωνα (τον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο του καινούριου), στον οποίο και τον θυσίασε.

 

Αντιμέτωπος με το πεπρωμένο

Οι Αθηναίοι δεν πίστευαν στην τύχη τους. Μέσα σε λίγο καιρό είχαν απαλλαγεί από όλα τα δεινά που τους βασάνιζαν. Αν δεν υπήρχε ο φόρος αίματος που πλήρωναν στον βασιλιά Μίνωα της Κρήτης, θα μπορούσαν να αισθάνονται ως οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο. Και ήταν η ώρα να πληρώσουν την τρίτη δόση: Επτά νέους κι επτά νέες, τροφή στον Μινώταυρο.

Ο Θησέας προσφέρθηκε να τους απαλλάξει από το πρόβλημα καθώς είχε συμφωνηθεί ότι ο φόρος αίματος θα έπαυε να καταβάλλεται, αν κάποιος κατόρθωνε να σκοτώσει το τέρας, παλεύοντας με τα χέρια, χωρίς όπλο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Μίνωας είχε αποδεχτεί και την χρήση όπλου είτε επειδή πίστευε ότι ο Μινώταυρος ήταν ανίκητος είτε επειδή και ο ίδιος επιθυμούσε να απαλλαγεί από αυτόν.

Ό,τι κι αν ίσχυε, ο Θησέας προσφέρθηκε να πάει εθελοντής. Ο Αιγέας είχε αντιρρήσεις. Καιρό περίμενε να αποκτήσει διάδοχο. Δεν σκόπευε να τον χάσει τόσο γρήγορα. Ο Θησέας επέμενε κι ο λαός πίεζε: Ήδη ο ήρωας είχε αποδείξει την ικανότητά του, απαλλάσσοντας τον τόπο από το αγριογούρουνο αλλά και από τον ταύρο του Μαραθώνα, τον, όπως πολλοί πίστευαν, πατέρα του Μινώταυρου από την γυναίκα του Μίνωα, την Πασιφάη. Ο Αιγέας αναγκάστηκε να δεχτεί. Ο Θησέας έσπευσε στο μαντείο των Δελφών για συμβουλές. Η Πυθία του είπε, πριν να φύγουν για την Κρήτη, να θυσιάσει στην Αφροδίτη.

Ο Μίνωας κατέφθασε στην Αθήνα να εποπτεύσει την κλήρωση. Έγινε με όλους τους τύπους στο Πρυτανείο. Κι ανάμεσα στα κορίτσια κληρώθηκε και η όμορφη Περίβοια18. Και δυο από τα υπόλοιπα κορίτσια που κληρώθηκαν, αντικαταστάθηκαν κρυφά από αγόρια που δέχτηκαν να ακολουθήσουν τον Θησέα και ντύθηκαν κοριτσίστικα, κρύβοντας όπλα κάτω από τα ρούχα τους.

Όλος ο λαός κατέβηκε στο Φάληρο να ξεπροβοδίσει την ομάδα των δεκατεσσάρων νέων. Ο Θησέας θυσίασε μια κατσίκα στην Αφροδίτη. Έγινε τράγος. Το πλοίο που θα τους μετέφερε, είχε έρθει από την Σαλαμίνα με καπετάνιο τον Ναυσίθοο και βοηθό τον Φαίακα, Σαλαμίνιους. Για την περίσταση, έφερε μαύρα πανιά. Ο Αιγέας έδωσε στον Ναυσίθοο και άσπρα, να αντικαταστάσει με αυτά τα μαύρα στην επιστροφή, αν όλα πήγαιναν καλά.

Στο πλοίο, μπήκε και ο Μίνωας. Είχε κιαλάρει την όμορφη Περίβοια. Όταν το πλοίο βρέθηκε στ’ ανοιχτά, την πλησίασε. Ο ποιητής Βακχυλίδης (Ε’ π. Χ. αιώνας) μας διηγείται, τι έγινε: Ο Μίνωας άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλό της. Η Περίβοια έβαλε τις φωνές. Μπήκε στη μέση ο Θησέας, σκοτεινιασμένος, και είπε στον μονάρχη:

«Γιε του Δία, οι σκοποί και οι σκέψεις σου δεν είναι αυτοί που ταιριάζουν. Προφυλάξου από την βία. Ό,τι η παντοδύναμη Μοίρα και η δίκαιη Δίκη έχουν αποφασίσει για μας, αυτόν τον κλήρο τον εκπληρώνουμε. Συ όμως πρέπει να συγκρατηθείς. Όπως εσένα σε γέννησε η σοφή Ευρώπη με τον Δία κάτω από την κορφή της Ίδης, σαν τον δυνατότερο ανάμεσα στους ανθρώπους, έτσι γέννησε και μένα η Αίθρα από τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας. Οι Νηρηίδες με τα μενεξεδένια μαλλιά της χάρισαν τον νυφικό πέπλο. Γι’ αυτό σου λέω, στρατηλάτη της Κνωσού, παράτησε τις οδυνηρές προσβολές. Πριν να επιτεθείς σε κάποιον από την ομάδα τω νέων, θα σου δείξω την δύναμη του χεριού μου. Τι θα συμβεί μετά, θα το αποφασίσει το πεπρωμένο».

Οι ναύτες τα έχασαν με το θάρρος του Θησέα αλλά ο Μίνωας θύμωσε. Προσευχήθηκε στον Δία και του ζήτησε ένα σημάδι. Μετά, έβγαλε και πέταξε στη θάλασσα το δαχτυλίδι του. Στην ομήγυρη, είπε:

«Αν είμαι γιος του Δία, ο πατέρας μου θα ρίξει μια αστραπή. Αν είναι γιος του Ποσειδώνα αυτός, να ζητήσει από τον πατέρα του να μου φέρει πίσω το δαχτυλίδι».

Ο ουρανός άστραψε καθώς ο Δίας αναγνώρισε τον γιο του. Ήταν σειρά του Θησέα. Ορθώθηκε αυτός στην κουπαστή και βούτηξε στη θάλασσα. Ο Μίνωας θαύμασε αλλά έδωσε εντολή να συνεχιστεί το ταξίδι, ελπίζοντας ότι γλίτωσε από τον αντίπαλο. Φυσούσε ευνοϊκός βοριάς και το πλοίο επιτάχυνε, ενώ τ’ αγόρια και τα κορίτσια έβαλαν τα κλάματα, σίγουρα ότι θα γίνονταν τροφή του Μινώταυρου.

Στα παγωμένα νερά, δελφίνια έσπευσαν και πήραν τον Θησέα και τον πήγαν στον βυθό. Ο (γιος του Ποσειδώνα) Τρίτωνας υποδέχτηκε τον αδελφό του στην είσοδο του παλατιού. Ο Ποσειδώνας και η γυναίκα του, Αμφιτρίτη, τον δέχτηκαν καθιστοί στους θρόνους τους. Άστραφτε ο τόπος όλος από τα χρυσά διαδήματα των Νηρηίδων. Η Αμφιτρίτη φόρεσε στον Θησέα πορφυρό μανδύα κι έβαλε στα μαλλιά του το τριανταφυλλένιο στεφάνι που της είχε χαρίσει στον γάμο της η θεά Αφροδίτη. Ο Θησέας αναδύθηκε πλάι στο πλοίο με τη νέα του φορεσιά, ανέβηκε καθόλου βρεγμένος και έδωσε στον Μίνωα το δαχτυλίδι του. Τα αγόρια και τα κορίτσια αναθάρρησαν. Ο Μίνωας τρόμαξε για τα καλά. Αργότερα, η Περίβοια έμελλε να παντρευτεί τον Τελαμώνα στην Σαλαμίνα και να του κάνει γιο τον Αίαντα.

 

Η πάλη με τον Μινώταυρο

Στην παραλία της Κνωσού, τον Μίνωα περίμενε η κόρη του, η Αριάδνη. Η φήμη ότι ερχόταν και ο Θησέας να αναμετρηθεί με τον Μινώταυρο, τον αδελφό της, είχε προηγηθεί. Η κόρη καιγόταν να δει τον όμορφο ήρωα. Ο πορφυρός μανδύας και το τριανταφυλλένιο στεφάνι βοήθησαν στην δημιουργία των εντυπώσεων. Τιμημένη στο Φάληρο με τη θυσία της κατσίκας που έγινε τράγος, η Αφροδίτη ενέβαλε τον έρωτα στην καρδιά της παρθένας: Η Αριάδνη δεν επρόκειτο να αφήσει τον Θησέα να χαθεί.

Το πώς κατάφεραν οι δυο νέοι να συναντηθούν, δεν είναι γνωστό. Ο Θησέας υποσχέθηκε στην Αριάδνη αιώνια πίστη και εκείνη τον συμβούλεψε, τι να κάνει. Και να σκότωνε το τέρας ο Θησέας, δε θα μπορούσε να ξαναβγεί από εκεί μέσα. Με συμβουλή του σοφού αρχιτέκτονα Δαίδαλου, έδωσε στον καλό της ένα κουβάρι να το δέσει στην είσοδο του Λαβύρινθου και να το ξετυλίγει καθώς θα προχωρά. Αν τα κατάφερνε να απαλλαγεί από τον Μινώταυρο, δεν είχε παρά να τυλίγει πάλι το κουβάρι περπατώντας, ώσπου να ξαναβγεί. Έργο του Δαίδαλου, ο Λαβύρινθος ταυτίζεται με τα περίπλοκα υπόγεια στο ανάκτορο της Κνωσού.

Ο Θησέας μπήκε στον Λαβύρινθο μάλλον μόνος. Τα υπόλοιπα έξι αγόρια και επτά κορίτσια, όπως τουλάχιστον τα νόμιζαν, χωρίστηκαν σε δυο ομάδες, αλλού τα αγόρια αλλού τα κορίτσια, με πάνοπλους φρουρούς να τα προσέχουν. Ο Θησέας έδεσε την άκρη του κουβαριού στην είσοδο κι άρχισε να το ξετυλίγει προχωρώντας.

Οι βρυχηθμοί του τέρατος τον οδηγούσαν. Κάποτε, ήρθαν φάτσα με φάτσα. Η πάλη τους ήταν τρομερή, όμως, ο Μινώταυρος, σύμβολο της παρακμής των εχθρών της Αθήνας, έμελλε να νικηθεί. Αφού τον σκότωσε, ο Θησέας ξεκίνησε για την έξοδο. Ήταν εύκολο ακολουθώντας το νήμα. Από τότε, όταν κάτι οδηγεί στο ξεμπλέξιμο από μια περίπλοκη κατάσταση, το ονομάζουν «μίτο (=νήμα) της Αριάδνης».

Με το που είδαν τον Θησέα να βγαίνει από τον Λαβύρινθο, τα έξι αγόρια ρίχτηκαν στους δικούς τους φρουρούς και τους ξέκαναν. Το ίδιο έγινε και με τα δυο αγόρια που, ντυμένα σαν κορίτσια, βρίσκονταν σ’ εκείνων την ομάδα. Κι ο Θησέας δεν έμεινε αργός. Ξεπάτωσε τα πλοία του Μίνωα να μην μπορούν να πλεύσουν στην θάλασσα. Πήρε μαζί του την Αριάδνη, μπήκαν όλοι στο πλοίο τους και νύχτα ξανοίχτηκαν στη θάλασσα. Ξημερώματα, έπιασαν στη Νάξο.

Βγήκαν στη στεριά αλλά την Αριάδνη την πήρε ο ύπνος στην ακρογιαλιά. Όταν κάποια στιγμή ξύπνησε, διαπίστωσε πως ο καλός της είχε φύγει εγκαταλείποντάς την στο νησί. Αυτοκτόνησε ή σκοτώθηκε από βέλος της Άρτεμης. Όμως, κάποιοι άλλοι τα λένε αλλιώς: Την είχε δει ο θεός Διόνυσος, την ερωτεύτηκε και ζήτησε από τον Θησέα να του την αφήσει και να φύγει. Ο Θησέας υπάκουσε στη θεϊκή εντολή. Ο θεός, λένε, αφού κατέκτησε την βασιλοπούλα, την πήρε μαζί του και την ανέβασε στον Όλυμπο.

Οι κακές γλώσσες πάντως είπαν πως όλα αυτά με τον Διόνυσο ήταν κατοπινές επινοήσεις των Αθηναίων, για να ξεπλύνουν τη μνήμη του ήρωά τους. Υπήρχαν και κάποιες διαδόσεις που έλεγαν ότι δεν την πόθησε ο Διόνυσος αλλά ο ιερέας του θεού. Κι ότι ο Θησέας δεν είχε κανένα πρόβλημα να του την αφήσει.

Επόμενο λιμάνι που έπιασε το πλοίο, ήταν η Δήλος. Ο Θησέας έκανε τελετές, θυσίασε στους θεούς, οργάνωσε αγώνες και απέπλευσε.

Με όλα αυτά, κανένας δεν είχε σκεφτεί να αντικαταστήσει τα μαύρα με άσπρα πανιά. Ο Αιγέας όμως ξημεροβραδιαζόταν στην άκρη του βράχου, στο Σούνιο, κι όλη μέρα αγνάντευε το πέλαγος περιμένοντας με αγωνία να δει το χρώμα των πανιών του πλοίου. Κι όταν αυτό ξεμύτισε στην άκρη του ορίζοντα, έπιασε απελπισία τον βασιλιά. Τα πανιά ήταν μαύρα. Που σήμαινε ότι ο γιος του, ο Θησέας, είχε χαθεί. Ρίχτηκε στο κενό. Πνίγηκε στη θάλασσα που από τότε ονομάστηκε Αιγαίο πέλαγος.

 

Η κυρά του Λαβυρίνθου

Η ύπαρξη της Ποτνίας του Λαβυρίνθου, της Κυράς του Λαβύρινθου, προϋποθέτει ότι έχουμε να κάνουμε με ιερό. Η κρατούσα άποψη της μυθολογίας τον θεωρεί φυλακή του Μινώταυρου (κι αργότερα του Δαίδαλου και του Ίκαρου): Αν βρίσκεται στην Κνωσό, πιστεύεται ότι είναι το εκεί «ανάκτορο». Αν τοποθετηθεί στην Γόρτυνα (στα βόρεια του κάμπου της Μεσαράς), πρόκειται για ένα αρχαίο λατομείο. Στην αρχαιότητα, ο τόπος του Λαβύρινθου «παιζόταν». Από την εποχή της Ενετοκρατίας (1209 – 1669) και για περίπου εξακόσια χρόνια, ήταν ταυτισμένος με το λατομείο της Γόρτυνας. Στα 1881, για πρώτη φορά, ως τόπος του υποδείχθηκε η (ακόμα μη αναδυμένη) Κνωσός. Ο εντοπισμός της στα 1900 από τον Άρθουρ Έβανς, εδραίωσε αυτή την άποψη.

Η λέξη «ποτνία» αποδίδει την έννοια της οικοδέσποινας, δέσποινας, βασίλισσας. Σημαίνει τον σεβασμό των πιστών στη συγκεκριμένη θεότητα. Στη μυκηναϊκή εποχή, όπως αποκαλύφθηκε σε επιγραφές της «γραμμικής Β», χαρακτήριζε την θεά Αθηνά (a-ta-na po-ti-ni-ja), την θεά του σταριού (si-to po-ti-ni-ja), την θεά των αλόγων (ποτνία Ιππεία, po-ti-ni-ja i-qe-ja) και την, Αριάδνη, οικοδέσποινα θεά του Λαβύρινθου (po-ti-ni-ja da-pu-ri-to-jo), το όνομα της οποίας βρέθηκε σε τέσσερις πινακίδες της Κνωσού. Μια από τις πινακίδες, αναφέρει ότι της προσφέρθηκαν μέλι και υφάσματα. Μια άλλη σημειώνει την προσφορά λαδιού στο ιερό του Δαίδαλου (da-da-re-jo-de). Και ιερό του Δαίδαλου, απ’ όσα ξέρουμε, δεν είναι άλλο από τον Λαβύρινθο. Που μεταφράζεται σε «τόπο του διπλού πέλεκυ». Η προελληνική (λυδική) λέξη λάβρυς σημαίνει διπλός πέλεκυς. Και η κατάληξη –νθος σημαίνει τόπο (Κόρινθος, Όλυνθος κ.λπ.). Κι ακόμα, Ζευς Λάβρανδος ήταν ο Δίας που κρατούσε διπλό πέλεκυ. Οπότε, η λέξη Λαβύρινθος δηλώνει το ανάκτορο ή το ιερό του διπλού πέλεκυ. Λαβύρινθος υπήρχε στην Κρήτη αλλά και στην Αίγυπτο και στη Μίλητο, ενώ δεν λείπουν και οι κτιστοί Λαβύρινθοι μέσα σε σπηλιές.

«Η Αριάδνη – αρχικά Αριάγνη – σήμαινε την ‘’ιερή’’ και την ‘’αγνή’’, που ήταν προσωνύμιο της θεάς του κάτω κόσμου στον υψηλότερο βαθμό. Η θεά με αυτό το όνομα λατρευόταν σε πολλά νησιά», σημειώνει ο Κ. Κερενύϊ. Ήταν η χθόνια θεά, η Μητέρα Γη, η προελληνική θεότητα που πέθαινε κι αναγεννιόταν, προσωποποίηση της φύσης. Στην Κρήτη, αντικαταστάθηκε, όπως κι άλλες αλλού, από την ελληνική Δήμητρα (Δη-{Γη}-μήτηρ) κι εξέπεσε σε ηρωίδα, εγγονή του Δία, ως κόρη του Μίνωα, και εγγονή του Ήλιου, ως κόρη της Πασιφάης (του φεγγαριού). Το ιερό της, ο Λαβύρινθος, μετατράπηκε σε φυλακή του Μινώταυρου, με τον τόπο, όπου βρισκόταν, να έχει ξεχαστεί.

Αιώνες αργότερα, στην Οδύσσεια, ο Όμηρος την θεωρεί τρόφιμο του Άδη, όπου την είδε ο Οδυσσέας (λ, 322 κ.ε., σε μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη):

«Η Φαίδρα, η Πρόκρη πρόβαλε, κ’ η όμορφη Αριάδνη,

κόρη του Μίνωα του φριχτού, που έναν καιρό ο Θησέας

από την Κρήτη στην ιερή την πήρε Αθήνα, δίχως

να τη χαρεί, τι η Άρτεμη τη σκότωσε στης Δίας (Νάξου)

τ’ ακρόγιαλα, του Διόνυσου τη μαρτυριά αγροικώντας».

Αποδεικνύεται έτσι ότι, στην ομηρική εποχή, η ποτνία του Λαβυρίνθου έχει ήδη μεταπέσει σε ηρωίδα βοηθό του Θησέα στη δολοφονία του αδελφού της, Μινώταυρου, καθώς στη ραψωδία αυτή περιγράφεται το τι συνέβη, μετά την αναχώρησή τους από την Κνωσό:

«Κ’ είν’ η Κνωσό, χώρα τρανή, που ο Μίνως του μεγάλου

του Δία συνομιλητής, βασίλεψε εννιά χρόνους,

γονιός του Δευκαλίωνα…» (τ, 178 κ.ε.).

Στη μετάφρασή του, ο Εφταλιώτης χρησιμοποιεί τη λέξη «συνομιλητής» αλλά εκείνη που χρησιμοποιεί ο Όμηρος είναι «οαριστής» και σημαίνει «φιλικός και ερωτικός συνομιλητής» (όαρ = σύντροφος, οαριστύς = ερωτική συνομιλία) με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Μερικές δεκαετίες μετά τον Όμηρο, η Αριάδνη εξυψώνεται σε σύζυγο του θεού Διονύσου (Ησιόδου, Θεογονία, 947):

«Κι ο χρυσομάλλης Διόνυσος την ξανθή Αριάδνη, του Μίνωα την κόρη, πήρε ανθόκορμη γυναίκα».

Ο Λαβύρινθος

Στην εξελληνισμένη μυθολογία, η Αριάδνη υποχωρεί κι όλα περιστρέφονται γύρω από τον Μίνωα και τον Ταύρο, έτσι κι αλλιώς ιερό ζώο και στην Κρήτη.

Μεταμορφωμένος σε ταύρο μετέφερε ο Δίας την Ευρώπη στην Κρήτη. Κατ’ άλλους, δεν ήταν ο Δίας, για τον απλό λόγο ότι σε καμιά άλλη περίπτωση δεν πήρε τη μορφή του ζώου αυτού, αν και υπάρχει μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ως ταύρος πλησίασε την αδελφή του, θεά Δήμητρα. Μεταμορφωνόταν σε πουλί (σπουργίτι, κύκνο κ.λπ.), σε άνθρωπο, ακόμα και σε σάτυρο, ποτέ όμως σε ταύρο. Αυτός ανήκε στην δικαιοδοσία του Ποσειδώνα. Ο θεός της θάλασσας έπαιρνε τη μορφή του ή έστελνε κάποιον ταύρο, όταν η περίσταση το καλούσε. Θεωρούν πιο πιθανό ότι ο Δίας ζήτησε από τον αδελφό του να στείλει ένα ταύρο, να παραλάβει την Ευρώπη και να του την μεταφέρει στην Κρήτη.

Ο ταύρος αποτελούσε ιερό ζώο στους πρώτους νομαδικούς λαούς. Κι ένας θεός με κεφάλι ταύρου κι ανθρώπινο σώμα λατρευόταν πλατιά στην Κρήτη, όπου τα «Ταυροκαθάψια» ήταν το δημοφιλές θέαμα που οι ακροβάτες παρουσίαζαν. Τα κέρατα του ταύρου συναντιόνται σε κάθε βήμα ως «σήμα» της Κνωσού και η «μετάληψη» γινόταν σε ασημένια αγγεία που είχαν σχήμα κεφαλιού ταύρου. Η ίδια αυτή λατρεία απαντιέται στην Αίγυπτο, όπου ο θεός Άπης είχε την ίδια μορφή, ενώ Άπης λεγόταν ο μαύρος ταύρος που λατρευόταν στην αιγυπτιακή Μέμφιδα, ενσάρκωση του θεού Φθα. Άπης λεγόταν κι ένας μυθικός γιατρός, γιος βασιλιά του Άργους. Κι από το Άργος ξεκίνησε την τρεχάλα της η μεταμορφωμένη σε αγελάδα Ιώ19, όταν η Ήρα έστειλε μια αλογόμυγα να την βασανίζει. Και κάποιοι υποθέτουν ότι τη μεταμορφωμένη Ιώ ταύρος την κυνηγούσε κι όχι αλογόμυγα.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η ιστορία με την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία είναι η κατάληξη μιας αρχικής λατρείας που ζυμώθηκε στους αιώνες και στους λαούς κι έφτασε διαμορφωμένη διαφορετικά στην καταγραφή της. Άλλωστε, και η λέξη Μίνωας είναι προελληνική και η λέξη Ευρώπη παραπέμπει σε προελληνικές μορφές λατρείας. Με την αρχέγονη Ευρώπη και την Ασία κόρες του Ωκεανού και φυσικά αδελφές.

Οπωσδήποτε, ο έρωτάς του Δία για την Ευρώπη δεν μπορούσε να κρατήσει αιώνια. Της χρωστούσε, όμως, μερικές από τις πιο ευτυχισμένες του στιγμές. Πριν να την εγκαταλείψει, την πάντρεψε με τον βασιλιά του νησιού (Αστέριο ή Αστερίωνα), που υιοθέτησε τα παιδιά της.

Όταν ο βασιλιάς πέθανε, ο Μίνωας ανακήρυξε τον εαυτό του διάδοχο κι όρισε τον αδερφό του Ραδάμανθυ νομοθέτη σ’ όλα τα νησιά. Ο τρίτος αδερφός, ο Σαρπηδών, αμφισβήτησε την εξουσία του Μίνωα, αλλά νικήθηκε στη μάχη κι αναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Εκτός, όμως, από τον Σαρπηδόνα ή παράλληλα με αυτόν, την εξουσία του Μίνωα αμφισβήτησε κι ο λαός. Εκείνος υποστήριξε πως ήταν θέλημα των θεών να γίνει βασιλιάς και, για να το αποδείξει, θυσίασε στον Ποσειδώνα έναν ταύρο και, παρουσία του πλήθους, παρακάλεσε τον θεό να στείλει κι έναν άλλο κι αυτός θα του τον θυσιάσει. Ο θεός εισάκουσε την παράκληση και του έστειλε έναν πανέμορφο άσπρο ταύρο, που βγήκε από τη θάλασσα, όπως άλλοτε ο πατέρας του Μίνωα, όταν έκλεψε την όμορφη Ευρώπη. Μαζί με το λαό εντυπωσιάστηκε κι ο ίδιος ο νέος βασιλιάς, που προτίμησε ν’ αφήσει τον ταύρο ελεύθερο στα λιβάδια και να θυσιάσει κάποιον άλλον.

Μόνος κυρίαρχος, ο Μίνωας βάλθηκε να συμμαζέψει το νησί με τη σοφία του και τη δικαιοσύνη του αδερφού του, που όρισε πως καθένας έπρεπε να υποφέρει αυτό που υπέφερε και κάποιος άλλος εξαιτίας του: Το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» του μετέπειτα εβραϊκού νόμου. Παντρεύτηκε την Πασιφάη («αυτήν που τα πάντα φωτίζει», προσωποποίηση του φεγγαριού).

Η παραξενιά της την οδήγησε να ερωτευτεί τον ταύρο εκείνον, που είχε στείλει ο Ποσειδώνας. Δύσκολο να του προκαλέσει τον πόθο. Εξομολογήθηκε το πάθος της στον (Αθηναίο αλλά κάτοικο Κρήτης) Δαίδαλο κι αυτός βρήκε τη λύση: Φιλοτέχνησε μια ξύλινη μηχανική αγελάδα («δάμαλι»), κούφια από μέσα, τόσο όμορφη, που ο ταύρος ξεγελάστηκε και την ερωτεύτηκε. Η Πασιφάη χώθηκε μέσα στο κούφωμα του ξύλινου αγάλματος κι έτσι μπόρεσε να έρθει σε επαφή με τον ταύρο20. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Μινώταυρος, ένα θηρίο πανίσχυρο με πελώριο ανθρώπινο σώμα και κεφάλι ταύρου. Οργισμένος ο Μίνωας διέταξε τον Δαίδαλο να του χτίσει μια φυλακή, στην οποία εύκολα να μπορούσε κάποιος να μπει αλλά να του ήταν αδύνατο να ξαναβγεί. Ο Δαίδαλος κατασκεύασε τον φημισμένο Λαβύρινθο, «αντίγραφο του αιγυπτιακού Λαβύρινθου». Ο Ηρόδοτος (Β 148) γράφει ότι τον επισκέφτηκε στην (αιγυπτιακή) «πόλη των Κροκοδείλων21» κι έμεινε κατάπληκτος από όσα είδε:

«Έχει δώδεκα αυλές στεγασμένες με πύλες αντίκρυ η μια στην άλλη. Έξι από αυτές βλέπουν προς βορρά και οι άλλες έξι προς νότο. Είναι συνεχόμενες κι απ’ έξω τις περιβάλλει ένας τοίχος. Μέσα υπάρχουν δυο σειρές αίθουσες, άλλες είναι ισόγειες κι άλλες πιο ψηλά, πάνω απ’ τις πρώτες, συνολικά τρεις χιλιάδες. Κάθε μια σειρά έχει χίλιες πεντακόσιες αίθουσες. Τις ανώγειες τις είδα όλες (…). Για τις υπόγειες όμως πήρα πληροφορίες από άλλους, γιατί οι Αιγύπτιοι φύλακες αρνήθηκαν κατηγορηματικά να μου τις δείξουν, λέγοντας πως μέσα εκεί είναι οι τάφοι των βασιλιάδων, που έκτισαν εξαρχής τον λαβύρινθο, και των ιερών κροκοδείλων. (…). Ο δρόμος που ακολουθεί κάποιος για να βγει απ’ τις αίθουσες που περνά, και οι ελιγμοί που κάνει περνώντας τις αυλές, είναι εξαιρετικά περίπλοκος. Μ’ έκαναν να τα χάνω κυριολεκτικά, καθώς περνούσα από τη μια αυλή στις αίθουσες, από τις αίθουσες στις στοές, έπειτα από τις στοές σε άλλα στεγασμένα δωμάτια κι από κει σε άλλες αίθουσες και δωμάτια. Η οροφή σε όλα αυτά είναι πέτρινη όπως και οι τοίχοι. Όλοι πάλι οι τοίχοι είναι σκεπασμένοι με γλυπτές παραστάσεις και την κάθε αυλή περιτριγυρίζουν στύλοι από λευκή πέτρα με τελειότατη συναρμογή. Στη γωνιά που τελειώνει ο λαβύρινθος είναι προσκολλημένη μια πυραμίδα σαράντα οργιές…».

Πρόκειται για τον λαβύρινθο και την πυραμίδα του φαραώ Αμενεμχέτ Γ’ (1849-1801 π. Χ.) του Τρίτου Βασιλείου της Αιγύπτου (12η δυναστεία, 2000 – 1786 π.Χ.). Τον ανακάλυψε στα 1889, ο Άγγλος αρχαιολόγος σερ William Flinders Petrie (Οουΐλιαμ Φλίντερς Πέτρι). Στο αντίστοιχό του στην Κρήτη, ο Μίνωας φυλάκισε τον Μινώταυρο αλλά είχε πρόβλημα, πώς να τον τρέφει.

Ο Ταύρος

Πρόβλημα για τον Μίνωα, ήταν και ο ίδιος ο ταύρος. Είτε ήταν αυτός που ο Ποσειδών έστειλε, όταν ο Μίνωας ζήτησε σημάδι για να πεισθούν οι κάτοικοι της Κρήτης να τον κάνουν βασιλιά, είτε ήταν εκείνος που είχε κουβαλήσει την Ευρώπη στην Κρήτη, είχε γίνει μάστιγα της περιοχής. Είχε αγριέψει, από το στόμα του έβγαζε φωτιές και προκαλούσε καταστροφές μεγάλες στις καλλιέργειες. Ο Μίνωας δεν ήξερε, τι να κάνει με δαύτον, όταν μπροστά του εμφανίστηκε ο Ηρακλής. Είχε σταλεί από τον Ευρυσθέα που του ζήτησε, ως έβδομο άθλο (από τους δώδεκα που ήταν υποχρεωμένος να κάνει), να συλλάβει τον ταύρο και να του τον πάει ζωντανό. Ο Μίνωας με ευχαρίστηση του έδωσε την άδεια. Ο Ηρακλής βγήκε στους κάμπους, κυνήγησε και πρόλαβε τον ταύρο, τον έπιασε από τα κέρατα, τον έδεσε, τον σήκωσε στους ώμους του, τον έριξε στη θάλασσα, καβάλησε στην πλάτη του και, πλέοντας πάνω στον ταύρο που αναγκαστικά το έριξε στο κολύμπι, έφτασε στην Πελοπόννησο. Τον ξαναπήρε στην πλάτη του και τον οδήγησε στο παλάτι του Ευρυσθέα.

Ο Ευρυσθέας τον άφησε ελεύθερο. Αφού αφάνισε Άργος, Σπάρτη και Αρκαδία, ο ταύρος πέρασε από την Κόρινθο, διάβηκε τον Ισθμό, μπήκε στην Αττική κι έφτασε στον Μαραθώνα, όπου εγκαταστάθηκε. Από πρόβλημα του Μίνωα, μετατράπηκε σε πρόβλημα του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα.

Η επέλαση του Θησέα, από την Τροιζήνα στην Αθήνα, ήταν μια διαρκής νίκη του νέου πάνω στο παλιό, με τον Ποσειδώνα να μετρά τα περισσότερα θύματα: Τους γιους του, ληστές Περιφήτη, Κερκύονα, Σκίρωνα, Σίννη και Προκρούστη, και τον ταύρο «του Μαραθώνα». Ο ήρωας εντάχθηκε στους νέους της τρίτης παρτίδας για τον Μινώταυρο κι έφτασε στην Κρήτη, όπου η άλλοτε θεά Αριάδνη είχε καταπέσει σε βασιλοπούλα έτοιμη να τον ερωτευτεί και να συνωμοτήσει μαζί του ενάντια στον ετεροθαλή αδελφό της. Ο (Αθηναίος) Δαίδαλος τη συμβούλευσε να δώσει στον Θησέα το κουβάρι με το νήμα που θα τον έβγαζε από τον Λαβύρινθο (τον «μίτο της Αριάδνης»). Κι ακόμα, η Αριάδνη παρέδωσε στον Θησέα το στολισμένο με πολύτιμα πετράδια χρυσό στεφάνι, που της είχε χαρίσει ο θεός Διόνυσος (δώρο της Αφροδίτης). Το στεφάνι αυτό ήταν φωτεινό κι έφεγγε τον δρόμο του Θησέα μέσα στον σκοτεινό, σπειροειδή για την περίσταση Λαβύρινθο: Όποιος έφτανε στο κέντρο του, μπορούσε να ξαναβγεί, ακολουθώντας αντίθετη πορεία. Για την ίδια περίσταση, η Αριάδνη είχε γίνει γυναίκα του Διονύσου, όταν ακόμα βρισκόταν στην Κρήτη22. Ο Θησέας μπήκε στον Λαβύρινθο, σκότωσε τον Μινώταυρο (και με τις ευλογίες του Μίνωα, σύμφωνα με κάποιες πηγές, επειδή απαλλασσόταν έτσι από μπελάδες) και βγήκε νικητής και τροπαιούχος. Φεύγοντας, πήρε μαζί του την Αριάδνη.

Πίσω στην Κρήτη, ο Μίνωας φυλάκισε τον Δαίδαλο (και τον γιο του, Ίκαρο) στον Λαβύρινθο αλλά πατέρας και γιος δραπέτευσαν, πετώντας με τα φτερά που ο πολυμήχανος αρχιτέκτονας κατασκεύασε. Ο Ίκαρος πνίγηκε, ο Δαίδαλος έφτασε στη Σικελία. Ο Μίνωας κινήθηκε ξοπίσω του, να τον συλλάβει. Άφησε την τελευταία του πνοή στη Σικελία. Ο Δαίδαλος πήγε στην Αθήνα κι έπεισε τον Θησέα να κυριεύσει την Κρήτη, όπου πια βασίλευε ο Δευκαλίωνας, γιος του Μίνωα. Ο αθηναϊκός στόλος έπιασε στο λιμάνι της Κνωσού και οι άνδρες το κυρίευσαν αμέσως, καθώς ο Δευκαλίωνας νόμισε πως οι νεοφερμένοι έρχονταν φιλικά. Η μεγάλη μάχη δόθηκε μπροστά στον Λαβύρινθο κι ο Θησέας σκότωσε τον Δευκαλίωνα με το ίδιο του το σπαθί. Η Κρήτη έπεσε στα χέρια των εισβολέων. Τρεις γενιές αργότερα, διηγείται ο Ηρόδοτος, έγινε ο Τρωικός πόλεμος. Οι Κρητικοί πολέμησαν στο πλάι των Αχαιών. Επιστρέφοντας, είδαν τη χώρα τους να ερημώνεται για μια ακόμα φορά. Ο τόπος όπου βρισκόταν ο Λαβύρινθος και η θεά Κυρά του ξεχάστηκαν. Έμειναν η ανάμνηση της Αριάδνης, ως ερωτευμένης βασιλοπούλας, και οι περιπέτειες, με τις οποίες συνδέθηκε το ιερό οικοδόμημα.

Με τους Ηρακλείδες

Ο θάνατος του Μινώταυρου σήμανε και το τέλος της μινωικής κυριαρχίας στην Αττική. Καθετί παλιό είχε πια εκλείψει. Ο Θησέας θυσίασε στους θεούς αμέσως μόλις βγήκε στο Φάληρο. Οι Αθηναίοι, που έκλαιγαν τον θάνατο του Αιγέα και τον, όπως νόμιζαν, χαμό των παιδιών τους, μετέτρεψαν το πένθος σε γιορτή, όταν στην πόλη έφτασε ο απεσταλμένος του Θησέα για να αναγγείλει τον ερχομό τους. Ο ίδιος ο ήρωας πολύ λυπήθηκε όταν έμαθε τον θάνατο του Αιγέα αλλά έμεινε μοναδικός βασιλιάς και παρηγορήθηκε μ’ αυτό.

Η οικογένεια κάθε νέου ή νέας που σώθηκε, ορίστηκε να καταβάλει ένα ετήσιο ποσό για να γίνονται τελετές και θυσίες, γιορτές για την επιστροφή, την οργάνωση των οποίων ανέλαβαν οι Φυταλίδες, οι ίδιοι εκείνοι που είχαν εξαγνίσει τον Θησέα από τους φόνους των ληστών, όταν από την Τροιζήνα ερχόταν στην Αθήνα. Κι εκείνο το πλοίο που τους πήγε στην Κρήτη και τους έφερε από εκεί, φρόντισαν να διατηρηθεί στους επόμενους αιώνες. Ήταν η Σαλαμινία το ένα από τα δυο ιερά πλοία (το άλλο ήταν η Πάραλος) που οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν σε δημόσιες αποστολές. Στα χρόνια του Δημητρίου του Φαληρέα (350 – 283 π. Χ.) υπήρχε ακόμα.

Ο Θησέας βασίλευσε αρκετά χρόνια και ένωσε την Αττική σε ένα βασίλειο: Κάθε οικισμός λεγόταν «Αθήνη» προς τιμή της Αθηνάς. Οι ενωμένοι σε έναν οικισμοί, ήταν οι «Αθήνες», όλες μαζί, γι’ αυτό και «Αθήναι» ονομάστηκε το βασίλειό του. Λάμπρυνε την πόλη κάτω από την Ακρόπολη, ίδρυσε, λένε, αυτός τα Παναθήναια προς τιμή της Αθηνάς (και για να γιορτάζεται στο διηνεκές η ένωση των οικισμών σε έναν) και τα Ίσθμια προς τιμή του Ποσειδώνα, προστάτεψε τους φτωχούς και καταφρονεμένους. Στην εποχή του, οι Ηρακλείδες, οι απόγονοι του Ηρακλή, εκδιώχτηκαν από τον Ευρυσθέα και βρήκαν στην Αττική φιλόξενο έδαφος. Ο ίδιος ο Θησέας πολέμησε στο πλάι τους. Συνέβη στον Μαραθώνα.

Από τους αρχαιότερους και πιο σπουδαίους δήμους της Αττικής, ο Μαραθώνας αποτελούσε μαζί με τους δήμους Οινόης, Τρικόρυνθου και Προβαλίνθου, την ιωνική τετράπολη. Με τους κατοίκους του Μαραθώνα να είναι οι πρώτοι που αναφέρονται ότι λάτρεψαν τον Ηρακλή ως θεό και του έκτισαν ναό, το Ηράκλειο. Όλα αυτά, επειδή εκεί συνέβη η πρώτη σύγκρουση Πελοποννησίων και Ηρακλειδών.

Ο Ευρυσθέας, όπως είναι γνωστό, κατατυράννησε τον Ηρακλή, βάζοντάς τον να κάνει τους δώδεκα άθλους. Όταν ο Ηρακλής πέθανε, άφησε πάνω από εβδομήντα γιους και μία κόρη, τη Μακαρία. Ο Ευρυσθέας τους κυνήγησε κι αυτοί, με αρχηγό τον Ύλλο, κατέφυγαν στην Αττική, όπου τους φιλοξένησε ο Θησέας. Ο Ευρυσθέας του ζήτησε να παραδώσει τα παιδιά κι, όταν εισέπραξε άρνηση, εκστράτευσε ενάντια στην Αθήνα. Η μάχη έγινε στον Μαραθώνα και ο Ευρυσθέας αποκρούστηκε κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει. Κι αυτό, επειδή η μοναδική κόρη του Ηρακλή, οδηγημένη από έναν χρησμό, θυσιάστηκε για να σώσει τους άλλους. Καθώς ο βασιλιάς των Μυκηνών έφευγε, τον πρόλαβε ο παλιός σύντροφος του Ηρακλή, ο Ιόλαος, και τον σκότωσε. Και για να μην υπάρχει αμφιβολία για το πώς ο Ιόλαος κατάφερε να σκοτώσει τον Ευρυσθέα καθώς πια είχε γεράσει, ειπώθηκε ότι του ξανάδωσε τα νιάτα του η Ήβη, γυναίκα του Ηρακλή μετά την αποθέωσή του και το ανέβασμά του στον Όλυμπο. Ο Ιόλαος έκοψε το κεφάλι του αντιπάλου του και το έθαψε σε ένα ύψωνα, στον Μαραθώνα, που το έδειχναν και το ονόμαζαν «Ευρυσθέως Κεφαλή». Δίπλα στο ύψωμα, υπήρχε μια πηγή που την βάφτισαν Μακαρία, για να θυμούνται τη θυσία της μοναχοκόρης του Ηρακλή.

Κατά άλλη εκδοχή, ο Ύλλος, ο πιο μεγάλος από τους γιους του Ηρακλή ήταν που κυνήγησε τον Ευρυσθέα. Τον πρόλαβε στην Κακιά Σκάλα (στις Σκιρωνίδες Πέτρες), τον αιχμαλώτισε και τον έσυρε στην γιαγιά του, την πια γριά Αλκμήνη. Εκείνη δεν είχε καμιά αναστολή να σκοτώσει τον άνθρωπο που είχε κάνει αβίωτο τον βίο του γιου της και ήθελε να ξεπαστρέψει και τα εγγόνια της. Μια άλλη εκδοχή θέλει τον Ύλλο να πήγε στην γιαγιά του μόνο το κεφάλι του ήδη σκοτωμένου Ευρυσθέα. Εκείνη έβγαλε τα μάτια του με μια καρφίτσα.

 

Ιππόλυτος και Φαίδρα

Δεν παρέλειψε ο Θησέας να γλεντήσει τη ζωή του, όσο πιο καλά μπορούσε. Οι περιπέτειές του άφησαν εποχή και οι ερωτοδουλειές του έφτασαν ως τη Μικρά Ασία, τη Λακωνία και τον Άδη ακόμα...

Οι σύντομες σχέσεις του Θησέα με την Περιγούνη και την Αριάδνη δεν ήταν κι ούτε θα μπορούσαν να είναι οι μοναδικές ερωτικές του περιπέτειες. Ούτε η Αίγλη, η «φωτεινή», που κάποιοι θεωρούσαν πραγματική αιτία για την εγκατάλειψη της Αριάδνης στη Νάξο. Τολμηρός και ενθουσιώδης, ακολούθησε τον Ηρακλή στην εκστρατεία του ως τα μέρη της Αμαζόνας Ιππολύτης, της οποίας τη ζώνη ο ημίθεος έπρεπε να κλέψει.

Η πολιορκία τραβούσε σε μάκρος, ώσπου η αμαζόνα Αντιόπη είδε τον Θησέα και τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Αρκούσε αυτό για να προδώσει τις συντρόφισσές της. Κάμφθηκαν οι Αμαζόνες, πήρε ο Ηρακλής την πολύτιμη ζώνη κι έδωσε δώρο ή ο Θησέας πήρε μόνος του την Αμαζόνα Αντιόπη και την έφερε στην Αθήνα, όπου την παντρεύτηκε. Από τον γάμο τους γεννήθηκε ο αγνός και πανέμορφος Ιππόλυτος, που στάλθηκε στην Τροιζήνα να μεγαλώσει κοντά στη γιαγιά του, την Αίθρα.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Θησέας πραγματοποίησε ανεξάρτητη από εκείνη του Ηρακλή εκστρατεία στην χώρα των Αμαζόνων. Εκεί, είτε άρπαξε την Αντιόπη που την είδε και του άρεσε είτε πολέμησε μαζί της και την έπιασε αιχμάλωτη. Μετά, προχώρησε και στάθηκε στη Βιθυνία (στα βορειοδυτικά της Μ. Ασίας, στο ύψος της θάλασσας του Μαρμαρά και του Εύξεινου Πόντου). Εκεί, ένας από τους συντρόφους του Θησέα, ο Σολόεντας, αυτοκτόνησε πέφτοντας στο ποτάμι, επειδή δεν άντεχε να είναι ερωτευμένος με την Αντιόπη και να μην μπορεί να της εξομολογηθεί τον έρωτά του από σεβασμό στον βασιλιά. Ο Θησέας που έμαθε τι είχε συμβεί, βάφτισε το ποτάμι Σολόεντα και ίδρυσε μια πόλη, την Πυθόπολη, εξαιτίας του χρησμού που του είχε δώσει η Πυθία να κτίσει πόλη εκεί που θα του τύχαινε κάτι κακό. Τα αδέλφια του Σολόεντα έμειναν εκεί κυβερνήτες και νομοθέτες.

Όμως, ο ήρωας γρήγορα ερωτεύτηκε τη Φαίδρα, την «αστραφτερή», αδερφή της Αντιόπης, αν και κάποιοι λένε πως ήταν κόρη του Μίνωα κι αδερφή του διαδόχου του, Δευκαλίωνα, που καλόβλεπε μια συμμαχία με τους Αθηναίους κι έκανε τα στραβά μάτια για το ειδύλλιο που αναπτυσσόταν. Δεν έκαναν, όμως, το ίδιο και οι Αμαζόνες που προσβλήθηκαν στο πρόσωπο της Αντιόπης κι εκστράτευσαν ενάντια στην Αθήνα.

Η Αντιόπη βγήκε να πολεμήσει στο πλάι του άντρα της αλλά σκοτώθηκε στη μάχη. Χωρίς πια αντικείμενο, ύστερα από τεσσάρων μηνών μάχες, ο πόλεμος κατέληξε σε ειρήνη, ενώ ο Θησέας παρηγορήθηκε για τον χαμό της πιστής γυναίκας του στην αγκαλιά της Φαίδρας. Απέκτησαν και δυο παιδιά, τον Ακάμα και τον Δημοφώντα.

Κάποια στιγμή, η Φαίδρα επισκέφτηκε την πεθερά της στην Τροιζήνα, είδε τον Ιππόλυτο και τον ερωτεύτηκε παράφορα. Ο νέος την απέκρουσε, όπως ταίριαζε σ’ ένα σωστό γιο και βασιλόπουλο. Συναντήθηκαν πάλι στις γιορτές των Παναθηναίων. Και πάλι ο Ιππόλυτος την απέκρουσε. Η Φαίδρα πήγε τότε στον Θησέα και του είπε πως ο γιος του της έκανε ανήθικες προτάσεις. Εκείνος την πίστεψε και ζήτησε από τον Ποσειδώνα να τον εκδικηθεί. Καθώς ο Ιππόλυτος προχωρούσε πάνω στο άρμα του, στην παραλία της Τροιζήνας, ένας ταύρος βγήκε από τη θάλασσα και τρόμαξε τ’ άλογα, που άρχισαν να τρέχουν σαν τρελά. Το άρμα ανατράπηκε κι ο Ιππόλυτος μπλέχτηκε στα χαλινάρια και βρήκε τραγικό θάνατο κάτω απ’ τις ρόδες. Ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα του αγγελιαφόρου την περιγραφή του τι έγινε, στην τραγωδία του, «Ιππόλυτος». Λέει (σε μετάφραση Αθανάσιου Παπαχαρίση):

«Καθώς μπαίναμε σ’ ένα έρημο μέρος, υπάρχει πέρα από τούτον τον τόπο ένα περιγιάλι, που απλώνεται πιο προς τον Σαρωνικό. Μια χλαλοή ακούστηκε απ’ εδώ, όμοια με βροντή του Δία μεσ’ στη γης, κι απόλυσε ένα μούγκρισμα βαρύ, που να τ’ ακούς και να τρομάζεις. Ορθά τότε προς τον ουρανό κεφάλι κι αφτιά στύλωσαν τ’ άλογα. Κι εμάς δυνατός φόβος μας έπιασε, γιατί δεν ξέραμε από πού ήταν η βοή. Στα θαλασσόδαρτα ακρογιάλια ρίξαμε το μάτι μας κι είδαμε ένα θεόρατο κύμα να φτάνει ως τον ουρανό, τόσο που από το μάτι μου χάθηκαν οι γκρεμοί του Σκίρωνα° κι έκρυβε και τον Ισθμό και το βράχο του Ασκληπιού. Κατόπι φουσκωμένο κι απ’ το φουρτούνιασμα της θάλασσας πολύ αφρό χοχλάζοντας τριγύρω του τραβάει προς τ’ ακρογιάλι όπου βρισκόταν το τέθριππο αμάξι. Και καθώς χιμούσαν τα νερά και φουρτούνιαζε η θάλασσα, το κύμα ξέρασε ένα ταύρο, άγριο θεριό, που από το μουγκρητό του γέμιζε και φριχτά αντιλαλούσε όλη η γης και για όσους το κοίταζαν τους φαινόταν θέαμα που τα μάτια τους δείλιαζαν να το κοιτούν».

Όταν η Φαίδρα τα έμαθε όλα αυτά, παραφρόνησε. Ομολόγησε στον βασιλιά την αλήθεια κι αυτοκτόνησε. Ο Θησέας πολύ λυπήθηκε αλλά φρόντισε να ξεχάσει.

Αφοσιώθηκε στην διακυβέρνηση της χώρας, στα γλέντια και στις περιπέτειες. Ένα από τα πιο σπουδαία έργα του ήταν το «Υδραγωγείο του Θησέα», η δεύτερη γνωστή μας προσπάθεια για την ύδρευση της Αθήνας. Έφερνε νερό από την Πεντέλη και πιθανολογείται ότι συνδυάστηκε με το Πελασγικό. Πολλές μαρτυρίες αναφέρουν ότι λειτουργούσε τουλάχιστον ως τον ΙΕ’ (μ. Χ.) αιώνα και τροφοδοτούσε την Αθήνα με νερό, παράλληλα με το Αδριάνειο υδραγωγείο.

Στην Κενταυρομαχία

Η φήμη του Θησέα είχε απλωθεί παντού και το όνομά του ήταν σεβαστό. Στην χώρα των Λαπιθών, όμως, ο βασιλιάς Πειρίθους, νέος κι όμορφος κι αυτός κι εραστής της περιπέτειας, δεν μπορούσε να το χωνέψει πως ήταν αλήθεια όλα όσα λέγονταν για τον βασιλιά της Αθήνας. Ξεκίνησε να το διαπιστώσει. Στον Μαραθώνα, ο Πειρίθους είδε να βόσκουν ένα κοπάδι βόδια του Θησέα. Χωρίς να χάσει καιρό, τα έκλεψε κι έκατσε να δει, τι θα γίνει.

Όταν ο Θησέας έμαθε για την κλοπή, οργίστηκε κι έσπευσε να τιμωρήσει τον αυθάδη. Οι δυο άντρες στάθηκαν αντιμέτωποι, έτοιμοι να μονομαχήσουν. Εντυπωσιασμένος από το παράστημα του αντιπάλου του, ο Πειρίθους έβαλε το σπαθί στη θήκη, άπλωσε το χέρι του και ρώτησε, τι χρωστάει για την ζημιά. Εντυπωσιασμένος κι ο Θησέας απάντησε πως το ζήτημα ήταν ασήμαντο και πως εκείνο που θα ήθελε ήταν να γίνουν φίλοι.

Πολύ γρήγορα οι δυο βασιλιάδες διαπίστωσαν πως ταίριαζαν σε πολλά. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον στις ερωτοδουλειές τους κι ο Θησέας βρέθηκε στο πλάι του Πειρίθου, όταν στον γάμο του έγινε η μάχη με τους Κένταυρους

Κάποιοι ερευνητές θεωρούν τους Κένταυρους δαίμονες των ορμητικών χειμάρρων. Κάποιοι άλλοι τους ταυτίζουν με τους Gandarvas των Ινδών και ανάλογες δαιμονικές μορφές των Περσών, των Λατίνων και των αρχαίων Γερμανών, που εμφανίζονταν στις γιορτές της άνοιξης σαν μασκαράδες. Η υπόθεση στηρίζεται στο ότι αρχικά οι κένταυροι παρουσιάζονταν ως πλήρεις άνθρωποι. Η προσθήκη, λένε, οπισθίων αλόγου είναι κατοπινή, σαν τους μασκαρεμένους στις λαϊκές γιορτές της Κεντρικής Ευρώπης. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, οι Κένταυροι κατέληξαν να είναι μορφές δαιμόνων που κατέκλυζαν βουνά και δάση. Με το Πήλιο κυρίαρχη βάση τους. Ορμητικοί και βίαιοι, δεν δίσταζαν να στρώνουν στο κυνήγι τις νύμφες των δασών με σκοπό να τις βιάσουν. Οι κένταυροι Ροίκος και Υλαίος προσπάθησαν να βιάσουν την Αταλάντη που όμως τους σκότωσε με τα βέλη της.

Ως απόγονοι του βασιλιά Ιξίονα23, οι Κένταυροι ζήτησαν από τον νόμιμο διάδοχο του θρόνου των Λαπιθών, τον Πειρίθου, να έχουν μερίδιο στην πατρική περιουσία. Δεν το έλαβαν και κήρυξαν πόλεμο ενάντια στους Λαπίθες αλλά νικήθηκαν. Με τον καιρό, Κένταυροι και Πειρίθους συμφιλιώθηκαν κι ο τελευταίος τους κάλεσε στον γάμο του με την κόρη του Βούτη, Ιπποδάμεια («αυτή που δαμάζει τα άλογα»).

Από τη φύση τους κι από γενιά κακοί, οι Κένταυροι το έριξαν στο κρασί και μέθυσαν. Ένας τους, ρίχτηκε στη νύφη θέλοντας να την βιάσει. Οι άλλοι βρήκαν καλή την ιδέα και ρίχτηκαν στις γυναίκες των Λαπιθών. Αποτέλεσμα ήταν ο γάμος να μεταβληθεί σε πεδίο πολέμου, με τους Λαπίθες να βοηθιούνται κι από τον Θησέα, καλεσμένο του γαμπρού. Είναι η γνωστή στη μυθολογία Κενταυρομαχία.

Οι πολλοί Κένταυροι σκοτώθηκαν. Όσοι σώθηκαν, το έβαλαν στα πόδια. Κατέφυγαν στη Φολόη της Δυτικής Αρκαδίας, μερικοί στην Αχαΐα, κάποιοι (ανάμεσά τους και ο καλός κένταυρος Χείρωνας) στο ακρωτήριο Μαλέας (στη Λακωνία). Εξοντώθηκαν, σε άλλη περίσταση, από τον Ηρακλή. Και οι Λαπίθες εξοντώθηκαν από τον Ηρακλή.

 

Η Ωραία Ελένη και το άδοξο τέλος

Το θράσος των δυο φίλων έφτασε στο σημείο να στοιχηματίσουν, πώς θα γοητεύσουν δυο κόρες του Δία. Πρώτα έβαλαν στο μάτι την Ωραία Ελένη, κόρη του Δία και της Λήδας. Κατέβηκαν στη Λακωνία και την άρπαξαν, την ώρα που εκείνη, παιδούλα ακόμα, χόρευε στον ναό της Άρτεμης. Την κέρδισε ο Θησέας στον κλήρο και την έδωσε στη μάνα του την Αίθρα, να την κρύψει στις Αφίδνες.

Σειρά είχε ο Πειρίθους. Διάλεξε την κόρη του Δία και γυναίκα του θεού του Άδη, Περσεφόνη. Βρήκαν έναν τρόπο και κατέβηκαν στον Άδη, όπου ο Πλούτωνας έκανε πως δεν κατάλαβε. Τους έστρωσε το τραπέζι αλλά μόλις οι δυο αναιδείς επισκέπτες κάθισαν, τα καθίσματα τους αιχμαλώτισαν, ενώ φίδια κουλουριάστηκαν γύρω απ’ τα πόδια τους. Ο θεός του Άδη έριξε τον Πειρίθου στον Κέρβερο, να τον φάει, και φυλάκισε τον Θησέα. Τον ελευθέρωσε αργότερα ο Ηρακλής, όταν κάποτε επισκέφτηκε το βασίλειο του Κάτω Κόσμου.

Και σ’ αυτή την περίπτωση, βέβαια, κάποιοι άλλοι τα λένε αλλιώς. Μιλούν για ταξίδι στην Ήπειρο, όπου ο εκεί βασιλιάς νόμισε πως είχαν έρθει να ζητήσουν την κόρη του σε γάμο και τους καλοδέχτηκε. Όταν κατάλαβε πως ναι μεν πήγαιναν για την κόρη του αλλά όχι με σκοπό τον γάμο, τους συνέλαβε. Ο Πειρίθους σκοτώθηκε, ενώ ο Θησέας ελευθερώθηκε έπειτα από παράκληση του Ηρακλή.

Όσο να γίνουν όλα αυτά, τα αδέρφια της ωραίας Ελένης, οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, βγήκαν να αναζητήσουν την αδελφή τους. Ο Μαραθώνας ήταν ήρωας της Αρκαδίας. Περνώντας από εκεί, οι Διόσκουροι συναντήθηκαν μαζί του. Προθυμοποιήθηκε να τους δείξει τον δρόμο. Με αυτόν οδηγό, έφτασαν στην Αθήνα. Ο Μαραθώνας αυτός είναι που έδωσε το όνομά του στην πόλη και στον κάμπο του Μαραθώνα. Υπήρχαν όμως άλλοι που συνέδεαν την ονομασία της περιοχής με τον Επωπέα. Ήταν γιος του Ποσειδώνα και αδελφός του Αίολου, γενάρχη ελληνικών φύλων και ηρώων. Από τη Θεσσαλία, κατέβηκε στην Πελοπόννησο κι έγινε βασιλιάς της Σικυώνας. Όταν σκοτώθηκε, ο γιος του, Μαραθώνας ή Μάραθος, έφυγε από τη Σικυώνα και πήγε στην Αττική. Μετά τον θάνατό του, οι κάτοικοι της περιοχής ονόμασαν τον οικισμό τους και τον ευρύτερο κάμπο, Μαραθώνα.

Όπως κι αν έχει το ζήτημα, όταν οι Διόσκουροι έφτασαν στην Αθήνα, άρχισαν να ψάχνουν την Ελένη. Ο Αθηναίος ήρωας Ακάδημος (ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Δέκελος) ήταν αυτός που τους μαρτύρησε, πού θα τη βρουν. Οι Διόσκουροι βάδισαν ενάντια στις Αφίδνες, που υπεράσπιζε ο ήρωας Άφιδνος. Πήραν την πόλη, αν και ο Άφιδνος τραυμάτισε τον Κάστορα στον ώμο, ελευθέρωσαν την αδελφή τους και πήραν μαζί τους όμηρο την Αίθρα. Θα περνούσαν πολλά χρόνια ως την ημέρα που η Αίθρα θα ξανάβλεπε την Αθήνα. Ώσπου να την ανακαλύψουν, όμως, τ’ αδέρφια της, η Ελένη είχε μείνει έγκυος. Γέννησε στο Άργος ένα κοριτσάκι και το άφησε στην αδερφή της, την Κλυταιμνήστρα, να το μεγαλώσει. Είπαν πως το μωρό ήταν η Ιφιγένεια.

Με τη βοήθεια των Διόσκουρων κι όσο ο Θησέας απουσίαζε στον Άδη, ένας απόγονος του Ερεχθέα, ο Μενεσθέας, κατόρθωσε να πάρει την εξουσία της Αθήνας και να διώξει τα παιδιά του βασιλιά, τον Ακάμα και τον Δημοφώντα, που είχε αποκτήσει από την Φαίδρα. Γυρίζοντας στην Αθήνα, ο ήρωας τη βρήκε άνω κάτω. Οι Αθηναίοι γκρίνιαζαν για όλους και για όλα και μάλλον δεν τον ήθελαν πια για βασιλιά. Εκείνος τους παράτησε κι αποσύρθηκε στα κτήματά του, στη Σκύρο. Εκεί, ο βασιλιάς Λυκομήδης, τον οποίο ο Θησέας θεωρούσε φίλο, φοβήθηκε πως ο ήρωας θα του δημιουργούσε μπελάδες και, μόλις βρήκε ευκαιρία, τον γκρέμισε από έναν βράχο. Τον έθαψαν στο νησί. Με τον θάνατό του, η ηρωική εποχή πήρε τέλος. Είχε επέλθει η ώρα του ρεαλισμού.

Περίπου 800 χρόνια μετά την εποχή, στην οποία τοποθετείται ο θάνατός του, ο στρατηγός Κίμωνας ο Αθηναίος είπε πως εντόπισε στη Σκύρο τον τάφο, ξέθαψε τα κόκαλα και τα μετέφερε στην Αθήνα. Τα τοποθέτησαν στο σημείο, όπου βρίσκεται το Θησείο.

 

Ως να έρθουν οι Νηλείδες

Ο Μενεσθέας συνέχισε να βασιλεύει χωρίς να αποκτά απογόνους. Έσπευσε στη Σπάρτη να ζητήσει το χέρι της ωραίας Ελένης, όταν μαζεύτηκαν εκεί μνηστήρες από όλη την χώρα. Η εκεί παρουσία του τον έδεσε με τον όρκο που οδήγησε τους Αχαιούς στην Τροία. Βρέθηκαν εκεί και τα παιδιά του Θησέα, ο Ακάμας και ο Δημοφώντας. Και οι τρεις τους ήταν στην ομάδα εκείνων που κρύφτηκαν στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου, όταν πάρθηκε η Τροία. Για τον Μενεσθέα, λέγεται ότι σκοτώθηκε στην τελική μάχη, αν και υπάρχει εκδοχή ότι επέζησε. Τα δυο αδέλφια ανδραγάθησαν. Κι έφτασαν ως τα δωμάτια της ωραίας Ελένης. Συνάντησαν την γιαγιά τους, την Αίθρα, που εξακολουθούσε να είναι όμηρος στην ακολουθία της Ελένης, και την πήραν πίσω στην Αθήνα.

Είτε ο ίδιος ο Μενεσθέας τους όρισε διαδόχους του είτε πήραν τον θρόνο μετά τον θάνατό του. Βασίλευσαν και οι δύο είτε μόνο ο Δημοφώντας που ευνοήθηκε σε σχετική κλήρωση. Στα χρόνια του ήταν που έφτασε στην Αθήνα ο Ορέστης, κυνηγημένος από τις Ερινύες, επειδή είχε σκοτώσει την μητέρα του. Αν και παρθένες, οι Ερινύες έπαιρναν πάντα το μέρος της μητέρας, ακόμα κι όταν κάθε άλλο παρά είχε δίκιο. Στην περίπτωση του Ορέστη που σκότωσε την μάνα του, Κλυταιμνήστρα (επειδή με την βοήθεια του εραστή της, Αίγισθου, δολοφόνησε τον άντρα της, Αγαμέμνονα), δικαιολόγησαν την πάγια θέση τους ως τιμωροί εκείνου που αφαίρεσε την ζωή από γυναίκα «όμαιμο» (με ίδιο αίμα). Με ενέργειες του Απόλλωνα και παρέμβαση της Αθηνάς (θεάς δίχως μάνα αφού γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία), ο Ορέστης αθωώθηκε. Ερμηνεύτηκε ότι αυτό σφράγισε το οριστικό τέλος της μητρικής γραμμής συγγένειας και την επικράτηση της πατρικής γραμμής καθώς πια, πλάι στη βέβαιη μητέρα, ορθωνόταν ο βέβαιος πατέρας, έστω κι αν λέξεις όπως το «μητρώο» επιβίωσαν.

Όταν πέθανε ο Δημοφώντας, βασιλιάς έγινε ο γιος του, Οξύντης. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Αφείδας κι αυτόν ο γιος του, Θυμοίτης, αν και υπάρχει η εκδοχή ότι ο Θυμοίτης ήταν γιος του Οξύντη. Έτσι κι αλλιώς, ο Θυμοίτης ήταν ο τελευταίος βασιλιάς απόγονος του Θησέα, καθώς ο θρόνος πέρασε στους απογόνους του Νηλέα. Ως τότε, είχαν συμβεί πολλά.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

13. «Ασκού τον προύχοντα πόδα, ω μέγα φέρτατε λαών, / μη λύσεις, πριν δήμον Αθηνών εισαφικέσθαι», καταγράφει τον χρησμό ο Πλούταρχος στον «Θησέα» του [3].

14. Πιτθέας ήταν γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, αδελφός του Ατρέα και του Θυέστη.

15. Η Σφαίρα ταυτίζεται με τη Σαντορίνη, αν και οι Ποριώτες θεωρούν ότι πρόκειται για τον Πόρο που τότε δεν ήταν νησί, καθώς μια λωρίδα γης τον ένωνε με την πελοποννησιακή στεριά.

16. Οι πόνοι της γέννας βρήκαν την Αίθρα στον δρόμο που οδηγούσε, από το ανάκτορο του πατέρα της, στο λιμάνι της Κηληντρίδας, στο Γενέθλιο, όπως το είπαν, μπροστά σε ένα ναό του Άρη.

17. Η Μήδεια ήταν μάγισσα, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας, Αιήτη. Βοήθησε τον Ιάσονα να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας και τον ακολούθησε, κάνοντάς του δυο παιδιά (ή τρία ή δεκατέσσερα). Όταν εκείνος την εγκατέλειψε για χάρη της βασιλοπούλας Κρέουσας, σκότωσε τα παιδιά της και την αντίζηλό της, της οποίας τον πατέρα, Κρέοντα, βασιλιά της Κορίνθου, υποχρέωσε να αυτοκτονήσει. Κατέφυγε στον Αιγέα, στην Αθήνα, απ’ όπου την έδιωξε ο Θησέας.

18. Η Περίβοια ήταν εγγονή του Πέλοπα και κόρη του Αλκάθοου, βασιλιά στα Μέγαρα.

19. Η Ιώ ήταν κόρη του Ίναχου (ή του Ίασου, βασιλιά του Άργους), και της Αργείας, ερωμένη του Δία, ο οποίος την μεταμόρφωσε σε αγελάδα για να την γλιτώσει από την ζήλια της Ήρας. Η Ήρα ανέθεσε στον Πανόπτη Άργο να την φρουρεί και αυτός την έδεσε σε ένα δέντρο, από όπου την ελευθέρωσε ο Ερμής. Η Ήρα της έστειλε μια τεράστια μύγα να την τυραννά και η Ιώ, ως αγελάδα, περιπλανήθηκε (Ιόνιο, Βόσπορο) ώσπου έφτασε στην Αίγυπτο.

20. Κατά μια εκδοχή, τον έρωτα προς το ζώο της τον ενέπνευσε η Αφροδίτη για να εκδικηθεί τον πατέρα της, τον Ήλιο, που μαρτύρησε στον Ήφαιστο τις απιστίες της με τον Άρη. Κατά άλλη εκδοχή, ερωτεύτηκε έναν όμορφο νέο ή ένα στρατηγό του Μίνωα που ονομαζόταν Ταύρος.

21. Το σημερινό Φαγιούμ.

22. «Αστρονομικά», Υγίνου, 64 π. Χ. – 17 μ. Χ.

 

23. Ο Ιξίωνας ήταν γιος του Φλεγύα και της Περιμήδης, παντρεύτηκε τη Δία κι απέκτησε τον Πειρίθου, ενώ πόθησε την Ήρα, την οποία ο Δίας αντικατέστησε με ένα σύννεφο (την Νεφέλη) που είχε τη μορφή της. Από το σμίξιμό του με το σύννεφο γεννήθηκε ο Κένταυρος. Καταδικάστηκε σε αιώνια βασανιστήρια: Δέθηκε με φίδια στο «κύκλωμ’ Ιξίονις», έναν φλεγόμενο τροχό που συνεχώς γύριζε, ενώ ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να επαναλαμβάνει την φράση «πρέπει να τιμούμε τους ευεργέτες μας».

 

(τελευταία επεξεργασία, 26 Οκτωβρίου 2020)

 

Επικοινωνήστε μαζί μας