Κεφ. 19 Επαναστατημένη Αθήνα

Η «Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών»

Ο μαρτυρικός θάνατος του Ρήγα Βελεστινλή (1798), η έκδοση της «Ελληνικής Νομαρχίας»243 (το 1806) και η πληθωρική εκδοτική δράση του Αδαμάντιου Κοραή (1748 - 1833) άναψαν στους υπόδουλους Έλληνες την φλόγα της ελευθερίας και αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της προσπάθειας για την πνευματική αναγέννηση. Η παρουσία στην Αθήνα φιλελλήνων και με μεγάλο κύρος περιηγητών ξανάφερε στην επιφάνεια το καταχωνιασμένο «μεγαλείο των αρχαίων προγόνων» και συνέτεινε στην αναζήτηση μεθόδων που θα οδηγούσαν στην εθνική παλιγγενεσία. Οι λέξεις Ελλάδα και Έλληνας ξαναβγήκαν στην επιφάνεια.

Πρωτοπόροι ευπατρίδες προσπάθησαν να διαδώσουν την ελληνική παιδεία. Ήταν το 1812, όταν ιδρύθηκε η «Φιλαθηναϊκή Ακαδημία». Σκοπός της, η δημιουργία βιβλιοθήκης που θα δάνειζε τα αναγκαία συγγράμματα στους ξένους, οι οποίοι κατοικούσαν στην Αθήνα και θα ήθελαν να αποκτήσουν γνώσεις για την Ελλάδα. Η οργάνωση έζησε μόλις έξι μήνες, καθώς, την 1η Σεπτέμβρη του 1813, δημιουργήθηκε η «Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών», που την απορρόφησε:

«Τινές των φιλομούσων και φιλοκάλλων ανδρών του ελληνικού γένους, εκκεντρούμενοι υπό τινος θείου ζήλου εις το να ίδωσι τας επιστήμας να επιστρέψωσι πάλιν εις το Λύκειον και εις την αρχαίαν Ακαδημίαν των», αποφάσισαν να συγκροτήσουν στην Αθήνα την «Φιλόμουσον Εταιρείαν». Με παράρτημα στο Πήλιο. Αυτοί οι «τινές» ήταν οι Αθηναίοι Πέτρος Ραβελάκης, Ιωάννης Μαρμαροτούρης, Αλέξανδρος Λογοθέτης - Χωματιανός, Γεώργιος Σοφιανός και Ιωάννης Τοκλίκαρος. Και το παράρτημα στο Πήλιο σκοπό είχε τον προσεταιρισμό του (σημαντικού διαφωτιστή και αγωνιστή για την διάδοση των ευρωπαϊκών ιδεών στην Ελλάδα), Άνθιμου Γαζή, που ζούσε στην Βιέννη: Είχε γεννηθεί στις Μηλιές του Πηλίου και λειτουργούσε εκεί «σχολείον κατά μίμησιν των Ακαδημιών της Ευρώπης».

Χάρη στον από τους ιδρυτές Αλέξανδρο Λογοθέτη - Χωματιανό, μέλη της οικογένειας του οποίου διαχρονικά διατελούσαν πρόξενοι της Αγγλίας στην Αθήνα, η εταιρεία βρέθηκε κάτω από αγγλική προστασία. Και ο Άνθιμος Γαζής δέχθηκε με ενθουσιασμό να γίνει μέλος της. Βάλθηκε να γράφει μέλη όλους τους έγκριτους Έλληνες που ζούσαν στην αυστριακή πρωτεύουσα. Όταν, το 1814, ξεκίνησε το Συνέδριο της Βιέννης για να τακτοποιήσει τα της μεταναπολεόντειας Ευρώπης, πλησίασε και τον, εκπρόσωπο του τσάρου, Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας, διαπίστωσε την αγγλική επιρροή στην οργάνωση και δημιούργησε νέα Φιλόμουσο Εταιρεία με έδρα την Βιέννη. Ο τσάρος (Αλέξανδρος Α') την έθεσε κάτω από την προστασία του, επιζητώντας να διεισδύσει στον ελληνικό χώρο. Η πρόταση του Καποδίστρια να συγχωνευθούν οι δυο εταιρείες απορρίφθηκε από τους Αθηναίους. Οι δυο οργανώσεις ασχολήθηκαν χωριστά με τις δραστηριότητές τους. Της Βιέννης η δράση κράτησε ως τις παραμονές της επανάστασης του 1821, της Αθήνας (με ένα μικρό διάλλειμα) ως το 1826.

Από τις πρώτες πράξεις των εταίρων ήταν και η προστασία και χρηματοδότηση της σχολής Ντέκα244, για την οποία εκπονήθηκε φιλόδοξο αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Επιφανείς δάσκαλοι ανέλαβαν να διδάξουν, άλλοι ως έμμισθοι άλλοι αφιλοκερδώς245. Ανάμεσα στους μαθητές του σχολείου συγκαταλέγονται και οι Γεώργιος Ψύλλας (λόγιος, εκδότης της πρώτης αθηναϊκής εφημερίδας και έγκριτος πολιτικός), Διονύσιος Σουρμελής (ιστορικός), Κυριακός Πιττάκης (διαπρεπής αρχαιολόγος) και πολλοί άλλοι, όπως και μη Αθηναίοι (ένας από αυτούς ήταν ο αρχιτέκτονας Σταμάτης Κλεάνθης).

Παράλληλα με την εξύψωση του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων, η εταιρεία περιέλαβε στου σκοπούς της και την περισυλλογή, μελέτη και διαφύλαξη των μνημείων, που γίνονταν λεία των ξένων ή και καταστρέφονταν εξαιτίας της αμάθειας των ντόπιων. Για τον λόγο αυτόν, μέσα στους σκοπούς της εταιρείας ήταν και η δημιουργία μουσείου «εις τας Αθήνας ή εις το Πήλιον».

Γρήγορα, η οργάνωση αγκαλιάστηκε από Έλληνες και ξένους, που παρά την αρκετά τσουχτερή συνδρομή γράφονταν μέλη με ενθουσιασμό. Και αποδείκνυαν την ιδιότητά τους ως μέλη, επιδεικνύοντας το χρυσό δαχτυλίδι που διακοσμούσαν με μια κουκουβάγια (πανάρχαιο σήμα της Αθήνας) και την επιγραφή «φιλομούσων» στην μια πλευρά και στην άλλη τον κένταυρο Χείρωνα (σύμβολο του Πηλίου). Ανάμεσα σε άλλους, ένθερμα μέλη και συνδρομητές υπήρξαν ο βασιλιάς και ο διάδοχος της Βαυαρίας, ο πρίγκιπας Γουλιέλμος της Πρωσίας, ο αυτοκράτορας και η αυτοκράτειρα της Ρωσίας, η μεγάλη δούκισσα Μαρία της Βαϊμάρης, η μεγάλη δούκισσα Αικατερίνη του Όλντενμπουργκ (στην Κάτω Σαξονία), ο πρίγκιπας Αύγουστος της Βαυαρίας, ο περιηγητής Ιάκωβος Λούντβιχ Μπαρθόλντι κ. ά.

Με αιχμή μια πρόνοια στην ιδρυτική της πράξη («να επιλέγει ικανούς συνοδούς των ξένων περιηγητών που επισκέπτονται την Αττική»), παρείχε φλογερούς ξεναγούς που μετέτρεπαν τους ξένους σε ενεργά μέλη της. Ανάμεσά τους, ο Άγγλος κληρικός και ιστορικός Τόμας Σμαρτ Χουγκς (Thomas Smart Hughes, 1786-1847), ο οποίος έμεινε αρκετό διάστημα στην Αθήνα κι έγραψε σε βιβλίο τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις: Υποστήριξε ότι «οι Αθηναίοι είναι ακόμα οι πιο ενδιαφέροντες από τους Έλληνες και διατηρούν τον ελαφρό εκείνο χαρακτήρα που διέκρινε τους προγόνους τους», αν και «η σκλαβιά των Τούρκων ισοπέδωσε τα πάντα». Και σημείωσε ότι οι Αθηναίες «παρ' όλο που δεν είναι μορφωμένες, είναι ευχάριστες και χαριτωμένες».

Μέλος της Εταιρείας των Φιλομούσων έγινε και ο Εσθονός αρχαιολόγος Όθωνας Μάγνους φον Στάκελμπερκ (Otto Magnus von Stackelberg, 1786 - 1837). Έμεινε στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια κι έγραψε βιβλίο με απόψεις και σκηνές από την καθημερινή ζωή των Ελλήνων. Σε αυτό, περιέλαβε και δικά του χρωματιστά σχέδια με ελληνικές φορεσιές, παραθέτοντας και ενδιαφέρον ενδυματολογικό υλικό.

Στα 1813, πρώτο χρόνο της δημιουργίας της, η οργάνωση υποδέχτηκε τον φλογερό φιλέλληνα, Φρειδερίκο Νορθ (Frederic North, 5th Earl of Guildford, 1766 – 1827), τον οποίο ανακήρυξε πρόεδρό της. Ο Νορθ είχε προϋπάρξει διοικητής στην Σρι Λάνκα (τότε, Κεϋλάνη), έφερε με πολλή υπερηφάνεια το αξίωμα του προέδρου και υπέγραφε «Φρειδερίκος Νόρθιος, πολίτης Αθηναίος». Αργότερα (1819), βρέθηκε καγκελάριος στην κάτω από αγγλική κατοχή Κέρκυρα, έχοντας προϊστάμενο τον αρμοστή Τόμας Μαίτλαντ. Δραστηριοποιήθηκε στην οργάνωση της εκεί ελληνικής εκπαίδευσης, με αποκορύφωμα την δημιουργία (1824) της Ιονίου Ακαδημίας (πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο, αν και τα Επτάνησα έγιναν ελληνικά το 1864).

Στα 1816, πέρασε από την Αθήνα, όπου έμεινε δυο βδομάδες, η πριγκίπισσα της Ουαλίας, Σαρλότ του Μπρούνσβικ, παντρεμένη με τον μέλλοντα βασιλιά της Αγγλίας, Γεώργιο Δ'. Οι επικεφαλής της εταιρείας των φιλομούσων την υποδέχτηκαν με κάθε τιμή. Κι εκείνη έκοψε ετήσια συνδρομή «διακόσια ισπανικά τάλιρα», καταβλητέα από τον Έλληνα τραπεζίτη της στην Κωνσταντινούπολη (κανονικά, οι συνδρομητές πλήρωναν τρία τάλιρα τον χρόνο).

Με όλα αυτά, η οργάνωση είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Όλα της τα χρήματα, στα 1825, δόθηκαν για την ενίσχυση του απελευθερωτικού αγώνα, τον οποίο υπόγεια προπαγάνδιζε.

Πορεία προς την επανάσταση

Στα 1820, τα ενεργά μέλη της Φιλικής Εταιρείας ανά τα Βαλκάνια, ξεπερνούσαν τα 3.000. Η μυστική επαναστατική οργάνωση είχε ιδρυθεί στα 1814 αλλά μέχρι το 1818 φυτοζωούσε. Η σχεδόν βίαιη εισβολή του Γρηγόριου Δικαίου (Παπαφλέσσα) στην ανώτατη αρχή της έδωσε τεράστια ώθηση. Τον Απρίλη του 1820, αρχηγός της ανέλαβε ο υπασπιστής του τσάρου, Αλέξανδρος Υψηλάντης, που προχώρησε στον σχεδιασμό της επανάστασης. Την ίδια χρονιά (1820), μητροπολίτης στην Αθήνα χειροτονήθηκε ο Διονύσιος Β', ανιψιός του πατριάρχη Γρηγόριου Ε' και μυημένος στην Φιλική Εταιρεία. Ως αρχιερέας, ανήκε στην άρχουσα τάξη και ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας βρισκόταν κοντά στους οπλαρχηγούς, φλογερός επαναστάτης και ο ίδιος (πέθανε το 1823 αλλ' ως τότε είχε προσφέρει πολλά).

Μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία ήταν και οι Προκόπης Μπενιζέλος, Άγγελος Γέροντας και Παλαιολόγος Μπενιζέλος, οι δημογέροντες με τη μεγαλύτερη πολιτική επιρροή και από τους ηγέτες της Εταιρείας των Φιλομούσων. Με την Αθήνα να έχει πληθυσμό γύρω στα 10.000 άτομα (με τους Τούρκους, κατά τον Σουρμελή, να απαρτίζουν 451 οικογένειες).

Η πόλη, όμως, ήταν ευάλωτη, καθώς βρίσκεται στη μέση του λεκανοπεδίου, μια ανάσα από την Χαλκίδα, όπου έδρευε ο πασάς του Ευρίπου. Και οι Αθηναίοι ήταν εντελώς απόλεμοι. Όχι όμως και οι «ξωτάρηδες» (χωρικοί της Αττικής), Αρβανίτες στην πλειοψηφία τους, οπλισμένοι και ετοιμοπόλεμοι. Αρχηγό τους είχαν τον Χατζή - Μελέτιο Βασιλείου (1778 - 1826), αρματολό της Χασιάς (αρχαίας Φυλής), δημοφιλή στον τόπο του και μυημένο στην Φιλική Εταιρεία. Κι αυτός βρισκόταν σε άμεση επαφή με τους οπλαρχηγούς που έδρευαν στο Λιόπεσι (σημερινή Παιανία) και στο Μενίδι (σήμερα Αχαρνές).

Αρχές Μάρτη (1821), δημογέροντες, σε συνεννόηση με ξωτάρηδες, αγόρασαν από την Ευρώπη οπλισμό με χρήματα του φιλικού Παναγή Σκουζέ. Τα μετέφερε στην Αττική ολλανδικό πλοίο και τα έκρυψαν στο σπίτι του Χατζή Ζαχαρίτσα, Αθηναίου υπεράνω υποψίας καθώς διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τους Τούρκους. Πολεμοφόδια έφτιαχναν και οι μοναχοί της μονής στην Πεντέλη.

Νύχτα, 25 Μάρτη του 1821, έφτασε στην Αθήνα, από την Ύδρα, μήνυμα να ετοιμάζονται για την επανάσταση. Ορίστηκε έδρα στρατοπέδου το Μενίδι, όπου, πέρα από τους ντόπιους, προσήλθαν και ο άνδρες από το Λιόπεσι και το Μαρούσι, καθώς και σχεδόν όλοι οι οπλαρχηγοί της Αττικής. Ο αρματολός Μελέτιος Βασιλείου ζήτησε την άδεια των τουρκικών αρχών να συγκεντρώσει οπλοφόρους για να ενισχύσει την άμυνα της Αθήνας, σε περίπτωση επίθεσης. Ήδη, κυκλοφορούσαν φήμες για «επεισόδια» στην Πελοπόννησο. Οι Τούρκοι πίστευαν ότι οι «τοπικές εξεγέρσεις» ήταν δάχτυλος του (πολιορκημένου στα Γιάννινα) Αλή πασά αλλά, καλού κακού, έδωσαν την άδεια. Με το ίδιο πρόσχημα, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης είχε μπάσει 150 οπλοφόρους στην Καλαμάτα (έπεσε 23 Μάρτη) κι ο Αθανάσιος Διάκος μάζεψε 5.000 οπλισμένους και στρατοπέδευσε απέναντι στην Λιβαδειά (την πήρε 31 Μάρτη).

Οι φήμες οργίαζαν και οι Τούρκοι αναζήτησαν τον μητροπολίτη Διονύσιο. Έλειπε: Την 1η Απρίλη, μαζί με τους επισκόπους Σαλώνων Ησαΐα και Ταλαντίου Νεόφυτο, ευλογούσε τα όπλα του πορθητή της Λιβαδειάς, Αθανάσιου Διάκου. Οι Τούρκοι της Αθήνας εξαγριώθηκαν. Οι Αθηναίοι προσέφευγαν στα προξενεία των ξένων χωρών, ζητώντας προστασία. Κι όσοι πρόλαβαν, έφυγαν στη Σαλαμίνα. Ο όχλος ζητούσε τη σφαγή «όλων των χριστιανών της πόλης». Ο κατής (δικαστής) Χατζή Χαλίλ πρότεινε, αντί για τη σφαγή, να συλληφθούν όμηροι: Οι τρεις Αθηναίοι δημογέροντες (Προκόπης Μπενιζέλος, Άγγελος Γέροντας και Παλαιολόγος Μπενιζέλος) προσήλθαν εθελοντικά, ενώ οι Τούρκοι συνέλαβαν και άλλους εννέα246. Όλοι τους κρατήθηκαν στο κάστρο της Ακρόπολης (στον εκεί μεσαιωνικό πύργο Κουλά247).

Στις 14 Απρίλη, ο Βασιλείου κυρίευσε την Κηφισιά και χτύπησε τις εκεί εξοχικές κατοικίες των πλούσιων Τούρκων. Ο πασάς της Χαλκίδας, Ομέρ μπέης, έστειλε σώμα τριακοσίων ανδρών να ενισχύσει την φρουρά της Αθήνας. Ο Βασιλείου τους περίμενε στον Κάλαμο. Η μάχη έγινε στις 18 Απρίλη και ήταν η πρώτη σύγκρουση μέσα στην Αττική. Οι Τούρκοι νικήθηκαν εύκολα και, πια, «ο κύβος είχε ριχτεί».

Η κατάληψη της Αθήνας

Με την κατάσταση να έχει εκτραχυνθεί, οι Τούρκοι οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη κι έβαλαν φρουρούς στις πύλες της πόλης. Ο Βασιλείου έστειλε αγγελιοφόρο στη Λιβαδειά, ζητώντας από τον μητροπολίτη Διονύσιο η Φιλική Εταιρεία να ορίσει στρατιωτικό αρχηγό για την Αττική, ώστε να μπει μια τάξη στα ένοπλα σώματα. Διορίστηκε ο οπλαρχηγός Δήμος Αντωνίου που γνώριζε τα κατατόπια. Έγινε δοξολογία, με τους μητροπολίτες Αθήνας Διονύσιο και Ταλαντίου Νεόφυτο να «ντύνουν» με την στολή του τον Αντωνίου, όπως γινόταν με τους ιππότες στον μεσαίωνα. Ήταν μια φανταχτερή στολή, σαν αυτή που φορούσαν οι Άγγλοι στα Επτάνησα: Περικεφαλαία (όμοια με του Κολοκοτρώνη) και πλουμιστές επωμίδες. Κατέβηκε στο Μενίδι να αναλάβει. Η μεγαλοπρεπής στολή και το παράστημά του έκαναν όλους να πιστέψουν ότι στ' αλήθεια πίσω από την ελληνική επανάσταση βρισκόταν ο τσάρος της Ρωσίας, όπως άφηνε να εννοηθεί η Φιλική Εταιρεία. Νύχτα 25 προς 26 Απρίλη, βάδισαν ενάντια στην Αθήνα. Έφτασαν έξω από το τείχος λίγο πριν να ξημερώσει. Με το πρώτο φως, επιτέθηκαν στην πύλη της Μπουμπουνίστρας (στην αρχή της σημερινής οδού Όθωνος, απέναντι από τον Εθνικό κήπο). Την πήραν εύκολα κι, από μέσα, άνοιξαν άλλη μια. Η πόλη κυριεύτηκε, με τους Τούρκους που δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στην Ακρόπολη, να ζητούν καταφύγιο στο αυστριακό και το γαλλικό προξενείο. Οι Αθηναίοι βγήκαν στους δρόμους πανηγυρίζοντας και φωνάζοντας «ελευθερία ή θάνατος» και «Χριστός ανέστη». Ο μητροπολίτης Διονύσιος κατέφθασε το επόμενο πρωί και τέλεσε λειτουργία, ενώ στην πόλη υψώθηκε η σημαία της Φιλικής Εταιρείας με τον κόκκινο σταυρό. Στις 28 του μήνα, ο Βασιλείου εγκαταστάθηκε στο διοικητήριο ως στρατιωτικός και πολιτικός αρχηγός. Ξεκίνησε διαμάχη με τους δημογέροντες που δεν ήθελαν να χάσουν την πολιτική εξουσία. Ο Διονύσιος προκήρυξε γενικές εκλογές. Εκλέχτηκαν πέντε «βουλευτές», ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος248. Ο Βασιλείου έχασε την αρχηγία. Ξεκινούσε περίοδος διαμάχης που έπρεπε να παραμεριστεί, καθώς έτρεχαν τα γεγονότα: Από ολόκληρη την Αττική αλλά και από τα γύρω νησιά κατέφθαναν εθελοντές για να πυκνώσουν τις τάξεις των πολιορκητών της Ακρόπολης. Και ο Παναγής Σκουζές μοίραζε όπλα στους άοπλους. Κατέφθασαν και κάποιοι Κεφαλλονίτες με κανόνια, ενώ από την Ύδρα στάλθηκαν ακόμα έντεκα.

Τον Μάη, οι πολιορκητές αριθμούσαν πάνω από τρεις χιλιάδες και οι πολιορκημένοι Τούρκοι διαπίστωναν ότι δεν θα μπορούσαν να αντέξουν για πολύ. Νύχτα, 15 του μήνα, 15 έγκλειστοι κατάφεραν να διαφύγουν. Έφτασαν στην Χαλκίδα για να ζητήσουν βοήθεια. Στις 8 Ιουνίου, οι πολιορκημένοι αποκεφάλισαν τους οχτώ από τους δώδεκα ομήρους και πέταξαν τα κεφάλια τους από το τείχος της Ακρόπολης.

Μέσα του μήνα, ο Αντωνίου πληγώθηκε. Μεταφέρθηκε στην Αίγινα, όπου πέθανε. Ξέσπασε νέα διαμάχη, για το ποιος θα έπαιρνε την θέση του. Ο καβγάς γινόταν ανάμεσα στους Αθηναίους και τους ξωτάρηδες, με τον Βασιλείου να αναλαμβάνει αυθαίρετα την αρχηγία (14 Ιουνίου). Την επομένη (15 του μήνα), μόλις γλίτωσε από απόπειρα δολοφονίας, ενώ μάλλον δικοί του ξωτάρηδες λεηλάτησαν το αρχοντικό κάποιου από τους προκρίτους. Ο από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας, Δημήτριος Υψηλάντης (αδελφός και πληρεξούσιος του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρου Υψηλάντη), αποφάσισε να στείλει τον Βασιλείου σε «αποστολή» στην Βοιωτία και να χρίσει ξένον στρατιωτικό αρχηγό: Διόρισε τον Λιβέριο Λιβερόπουλο, φλογερό Έλληνα που προεπαναστατικά βρισκόταν στο εξωτερικό. Έφθασε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου. Διέθετε το κύρος του διορισμού από την ανώτατη αρχή και την επιβλητική στολή του Ιερολοχίτη αξιωματικού. Και είχε πολύ καλές προθέσεις αλλά όχι και προσόντα. Πρότεινε στους Τούρκους έντιμη παράδοση. Απορρίφθηκε. Οι εξεγερμένοι Αθηναίοι προσπάθησαν να βγάλουν από το αυστριακό προξενείο τα εκεί τουρκικά γυναικόπαιδα με σκοπό τη σφαγή τους. Με μεγάλη δυσκολία ο Λιβερόπουλος μπόρεσε να τους αποτρέψει.

Νικητής του Αθανάσιου Διάκου στην Αλαμάνα (23 Απρίλη) και νικημένος από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μάη) κι από τον οπλαρχηγό Αγγελή στα Βρυσάκια της Εύβοιας (15 Ιουλίου), ο Ομέρ Βρυώνης βρέθηκε στην Χαλκίδα μαζί με τον Ομέρ πασά του Ευρίπου. Τον περίμεναν εκεί οι δεκαπέντε Τούρκοι που, πριν από δυο μήνες, είχαν διαφύγει από την Ακρόπολη και του διεκτραγώδησαν την άσχημε κατάσταση των πολιορκημένων. Την επομένη, κίνησε με στρατό δυο χιλιάδων ανδρών ενάντια στην Αθήνα. Τον ακολούθησε ο Ομέρ πασάς με το δικό του στράτευμα. Οι πολιορκητές έστειλαν σώμα από 700 άνδρες να τους αντιμετωπίσουν. Στήθηκε καρτέρι στο χωριό Λιάτανη αλλά το πλήθος των Τούρκων τους έπεισε να μη δώσουν μάχη. Τα νέα τρόμαξαν τους επαναστάτες που φοβήθηκαν και διέλυσαν την πολιορκία, Ο Ομέρ Βρυώνης στρατοπέδευσε στα Πατήσια, μη πιστεύοντας ότι δεν θα συναντήσει αντίσταση. Έτσι, οι Αθηναίοι και οι νησιώτες, με άνεση χρόνου, έφυγαν στα νησιά και στον Ισθμό της Κορίνθου. Στις 18 Ιουλίου, οι κλεισμένοι στην Ακρόπολη Τούρκοι έμαθαν ότι η πολιορκία τους είχε λήξει. Η Αθήνα κυριεύτηκε χωρίς να πέσει τουφεκιά.

Η κατάληψη της Ακρόπολης

Περίπου 800 Αθηναίοι, από εκείνους που είχαν καταφύγει στα νησιά, συγκρότησαν σώμα και πέρασαν στη Μεγαρίδα. Εκεί, ενώθηκαν με άλλους επαναστάτες, οι οποίοι φύλαγαν τα περάσματα. Χωρίστηκαν σε πολυάριθμες ομάδες κι έκαναν επιθέσεις, παρενοχλώντας τους Τούρκους. Αρχές Σεπτέμβρη (1821), περίπου εξήντα έφιπποι Αλβανοί βγήκαν από την Αθήνα με κατεύθυνση προς το Μενίδι. Πήγαιναν να λαφυραγωγήσουν το στάρι του συνοικισμού Δραγουμάνου. Έπεσαν πάνω τους οι οπλαρχηγοί Αναστάσιος Λέκκας και Δημήτριος Σκευάς με εβδομήντα άνδρες και τους πετσόκοψαν. Όσοι γλίτωσαν, προσέφυγαν στον Ομέρ Βρυώνη και του ανέφεραν, τι έγινε. Ο Βρυώνης πήρε όλο το ιππικό του και 500 πεζούς και κίνησε να εκδικηθεί. Η σύγκρουση έγινε στο ίδιο σημείο με την πρώτη αλλά οι δεκαπλάσιες τουρκικές δυνάμεις ηττήθηκαν. Και, κάποια στιγμή, ο Αθηναίος Δήμος Ρουμπέσης διέκρινε τον Ομέρ Βρυώνη πάνω στο άλογό του κι όρμησε κατά πάνω του, πυροβολώντας. Η σφαίρα του σκότωσε έναν από τους σωματοφύλακές του. Ο Ρουμπέσης τον έφθασε κι άρπαξε τα χαλινάρια του αλόγου του. Ο Ομέρ Βρυώνης έσυρε το σπαθί του αλλά ο Ρουμπέσης έπεσε από τα βλήματα άλλων Τούρκων που τον περικύκλωσαν. Το γεγονός έγινε αιτία οι Τούρκοι να σημάνουν υποχώρηση.

Στις 23 του ίδιου μήνα (Σεπτέμβρη), η Τρίπολη έπεσε στα χέρια των Ελλήνων. Ολόκληρη η Πελοπόννησος (εκτός από κάποια κάστρα) είχε απελευθερωθεί. Είχε προηγηθεί η τριήμερη (26 - 28 Αυγούστου 1821) μάχη των Βασιλικών (στους βόρειους πρόποδες του Καλλίδρομου, στον νομό Φθιώτιδας), όπου οι Τούρκοι έπαθαν πανωλεθρία. Πηγές αναφέρουν ότι ο Ομέρ Βρυώνης πήρε εντολή να φύγει στην Δυτική Ρούμελη και να βοηθήσει τις εκεί τουρκικές δυνάμεις να καταστείλουν την επανάσταση. Κατ' άλλους, ο Ομέρ Βρυώνης φοβήθηκε μήπως αποκλειστεί στην Αθήνα. Κατά τον Σουρμελή, βάρυνε το πάθημά του στον Δραγουμάνο. Ίσως να έπαιξαν ρόλο και τα τρία συμβάντα. Γεγονός, όμως, είναι ότι, στα μέσα Οκτώβρη, εγκατέλειψε την Αττική. Άφησε φρουρά 300 ιππέων, που κι αυτοί, δέκα μέρες αργότερα, έφυγαν από την Αθήνα.

Από την 1η Νοέμβρη, Αθηναίοι και νησιώτες ξεκίνησαν να επιστρέφουν στην Αττική. Κάποιες αψιμαχίες στα βόρεια προάστια έπεισαν τους Τούρκους να κλειστούν στην Ακρόπολη, στην οποία είχαν φροντίσει να αποθηκεύσουν τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στις 3 Νοέμβρη, οι Έλληνες ανακατέλαβαν την Αθήνα. Η πολιορκία της Ακρόπολης ξεκίνησε γι' άλλη μια φορά αλλά με τον Ηλία Μαυρομιχάλη (γιο του Πετρόμπεη) να αντικαθιστά τον Λιβερόπουλο στην ηγεσία.

Πρώτος στόχος των πολιορκητών ήταν να στερήσουν το νερό από τους πολιορκημένους Τούρκους. Το προμηθεύονταν από τα πηγάδια του «Σερπεντζέ», θέση κοντά στο θέατρο του Ηρώδη του Αττικού. Ήταν οχυρωμένη με πανύψηλο τείχος και προστατευμένη από τα πυροβόλα που βρίσκονταν στον ιερό βράχο. Και, φυσικά, τελούσε κάτω από αδιάκοπη φρούρηση. Αποφασίστηκε έφοδος. Πρωί, 13 Νοέμβρη, έγινε αγιασμός. Ο επικεφαλής των Αθηναίων, Παναγής Κτενάς, έβγαλε λόγο στους οπλοφόρους, καταλήγοντας:

«Βρομόσκυλα249, θα την βγάλουμε με παστρικό πρόσωπο».

«Θα την βγάλουμε, αρχηγέ», απάντησαν εκείνοι.

Οι Τούρκοι δεν περίμεναν να γίνει επίθεση στον «Σερπεντζέ» και αιφνιδιάστηκαν. Το νερό τούς ήταν απαραίτητο. Έδωσαν σκληρή μάχη με τους Αθηναίους να μετρούν αρκετούς νεκρούς. Όμως, τα πηγάδια κυριεύτηκαν. Οι Αθηναίοι συνέχισαν την επίθεση και πήραν την πρώτη και την δεύτερη πύλη της Ακρόπολης αλλά σκόνταψαν στην τρίτη (5 Δεκέμβρη), όπου έχασαν 25 άνδρες. Μια ακόμη προσπάθεια να παρθεί η τρίτη πύλη απέτυχε.

Στα Σάλωνα (Άμφισσα), από τις 15 ως τις 20 Νοέμβρη (1821), είχαν μαζευτεί πληρεξούσιοι από τη Ρούμελη, την Θεσσαλία και τη Μακεδονία: Πραγματοποίησαν συνέλευση, ψήφισαν ένα είδος συντάγματος («Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος») κι εξέλεξαν 12μελή «κυβέρνηση». Την είπαν «Άρειο Πάγο». Ακολούθησε η 1η Εθνοσυνέλευση (της Επιδαύρου), όπου διακηρύχθηκε η ελληνική ανεξαρτησία κι εκλέχτηκε πρόεδρος του «νομοτελεστικού» (της κυβέρνησης) ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, με άμεσο συνεργάτη του τον Ιωάννη Κωλέττη. Οι προεστοί είχαν πια παραμερίσει τους φιλικούς.

Αρχές του 1822, το «νομοτελεστικό» αποφάσισε εκστρατεία στη Ρούμελη με αντικειμενικό σκοπό να καταληφθεί το Ζητούνι (Λαμία). Αρχιστράτηγος ορίστηκε ο από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας Δημήτριος Υψηλάντης, που έτσι απομακρύνθηκε από το κέντρο των αποφάσεων. Στάλθηκε μαζί του κι ο Νικηταράς με 700 άνδρες, ενώ ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ορίστηκε αρχηγός των επιχειρήσεων. Στον Άρειο Πάγο ανατέθηκε η τροφοδοσία. Κατά το σχέδιο, οι επιχειρήσεις θα ξεκινούσαν στις 31 Μάρτη (1822).

Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έφυγε από την Αθήνα για την Εύβοια με τους 150 άνδρες του, για να ηγηθεί της προσπάθειας να παρθεί η Κάρυστος. Έφτασε εκεί στις 11 Γενάρη του 1822, σκοτώθηκε σε μάχη στα Στύρα, στις 12 του μήνα.

Στην πολιορκημένη Ακρόπολη, τα πράγματα στένευαν για τους Τούρκους. Οι πολιορκητές άκουγαν τις γυναίκες και τις νεαρές Τουρκάλες να κλαίνε: Ήταν αναγκασμένες να δουλεύουν τον χειρόμυλο και να αλέθουν το στάρι για να παρασκευαστεί αλεύρι αλλά, στην πλειοψηφία τους, ήταν άμαθες. Υποτίθεται ότι συνόδευαν το κλάμα τους μοιρολογώντας:

«Κακόμοιρες οι Αθηνιές οι καλομαθημένες

τραβούνε τον χειρόμυλο και κλαίνε οι καημένες.

Αφήκαν βρύσες με νερά, δέντρα με πορτοκάλια

κι εμβήκαν στο 'ρημόκαστρο και τρώνε τα λιθάρια.

Τάχα να ζήσω να τα δω τα πράσινα μπαϊράκια

να 'ρθουν να πολεμήσουνε, να βγάλουν τα φαρμάκια.

Βρε, Ισαλά250, ελπίζουμε να έλθουν οι πασάδες

και να χτυπήσουν τα σπαθιά, να κόψουν τους ραγιάδες».

Τέλη Γενάρη (1822), σύσσωμος ο Άρειος Πάγος κατέφτασε στην Αθήνα. Τα μέλη του έμειναν λίγες μέρες, παρέδωσαν καταστατικό διοίκησης της περιοχής και αναχώρησαν, αφού πρώτα διόρισαν διοίκηση που περιλάμβανε τον μητροπολίτη Διονύσιο και άλλους πρόκριτους «κοινή γνώμη της πόλεως και των πέριξ χωρίων αυτής».

Παρ' όλες τις διασπαστικές κινήσεις, η πολιορκία της Ακρόπολης συνεχιζόταν με ενθουσιασμό και ηρωισμό. Κι από τα νησιά Αίγινα, Σαλαμίνα και Κεφαλονιά έφταναν νέοι εθελοντές. Τον Μάρτη, εμφανίστηκαν και τριάντα Γερμανοί, έχοντας αρχηγό τον Γάλλο φιλέλληνα Όλιβερ Βουτιέ (Olivier Voutier). Από την 1η του μήνα, είχε ενισχύσει τους πολιορκητές κι ο Κώνστας Χαρμοβίτης, διάσημος για τις ικανότητές του στην κατασκευή υπονόμων.

Μέσα σε 33 μέρες, κατασκευάστηκε υπόνομος κάτω από την μέχρι τότε απόρθητη τρίτη πύλη και οι πολιορκητές κάλεσαν τους Τούρκους να παραδοθούν. Αρνήθηκαν. Τρομερή έκρηξη τίναξε στον αέρα το τείχος της πύλης κι έναν πύργο. Ακολούθησε έφοδος, με την τρίτη πύλη να πέφτει στα χέρια των πολιορκητών. Οι Τούρκοι αποσύρθηκαν στην άκρη του τείχους (18 Απρίλη του 1822). Άντεξαν μέχρι τις 10 Ιουνίου, οπότε και παραδόθηκαν. Από τους περίπου 2.500 που, κατά τον Σουρμελή, είχαν κλειστεί στο κάστρο (πολεμιστές και γυναικόπαιδα), επιζούσαν 1.160. Ο μητροπολίτης Διονύσιος τους πρόσφερε νερό, καθώς τις τελευταίες τρεις μέρες δεν είχαν ούτε σταγόνα να πιουν. Κάμποσοι πέθαναν, πίνοντας υπερβολική ποσότητα. Οι λοιποί κατέβηκαν από την Ακρόπολη με ασφάλεια, αφού πρώτα παρέδωσαν τα κλειδιά του κάστρου στον Παναγή Κτενά. Ενθουσιασμένος αυτός, θέλησε να πανηγυρίσει με κανονιοβολισμούς την κατάληψη του ιερού βράχου. Όμως, το κανόνι έσκασε κι ο Κτενάς σκοτώθηκε. Ήταν 28 χρόνων. Κηδεύτηκε με τιμές. «Τιμής ένεκεν», φρούραρχος ανέλαβε ο νεαρός και άπειρος αδελφός του νεκρού, Σπύρος Κτενάς.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στην Αθήνα

Στη Ρούμελη, οι Έλληνες απέτυχαν να κυριεύσουν το Ζητούνι, καθώς οι του Άρειου Πάγου όχι μόνο δεν βοηθούσαν την εκστρατεία αλλά και την υπονόμευαν: Έστελναν μηνύματα στον Νικηταρά να σκοτώσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και στον Ανδρούτσο να σκοτώσει τον Νικηταρά! Οι δυο τους, όμως, ήταν φίλοι κι έδειχναν τα μηνύματα ο ένας στον άλλο. Και, με τις κινήσεις τους (μάχες στη Στυλίδα και την Αγία Μαρίνα) κατάφεραν να καθυστερήσουν τον Δράμαλη που με φοβερό για την εποχή στράτευμα (σαράντα ως πενήντα χιλιάδες πεζοί και καβαλάρηδες) ετοιμαζόταν να κατέβει στην Πελοπόννησο και να πνίξει την επανάσταση. Η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη ξεκίνησε από την Λάρισα τέλη Ιουνίου, όταν πια η Ακρόπολη της Αθήνας είχε πέσει στα χέρια των Ελλήνων.

Τον ίδιο καιρό, κάποιοι από τους Κεφαλλονίτες εθελοντές που βρίσκονταν στην Αθήνα αλλά και πρόσφυγες που είχαν γλιτώσει από την σφαγή στην Χίο (Απρίλη του 1822) προκάλεσαν Αθηναίους οπλοφόρους να σκοτώσουν όσους από τους Τούρκους παρέμεναν στην Αθήνα, μετά την κατάληψη της Ακρόπολης. Βρίσκονταν όλοι τους συγκεντρωμένοι στο παλιό τουρκικό διοικητήριο, άοπλοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κι αποτελούσαν εύκολο στόχο. Η ιδέα θεωρήθηκε καλή. Επέπεσαν πάνω στους Τούρκους, σκοτώνοντας τους άνδρες και τα παιδιά και διαλέγοντας καθένας τους, όποια γυναίκα του άρεσε, για να την βιάσει. Είδαν κι έπαθαν οι αρχές της πόλης, ώσπου να τους σταματήσουν. Από το μακελειό (28 Ιουνίου του 1822), κατά τον Σουρμελή, σώθηκαν 60 Τούρκοι άνδρες, 150 αγόρια και 500 γυναίκες και κορίτσια. Ο υποπρόξενος της Αυστρίας φρόντισε να σταλούν με πλοίο στη Σμύρνη.

Η σφαγή συνέπεσε με την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη. Γι' άλλη μια φορά, οι Αθηναίοι πανικοβλήθηκαν κι έφευγαν στην Σαλαμίνα. Κι ο Κτενάς παραιτήθηκε από φρούραρχος. Δυο νεαρά παιδιά έσωσαν την τιμή της πόλης: Ο Ιωάννης Βλάχος κι ο Νικόλαος Ζαχαρίτζας, γόνοι προκρίτων, έστησαν σημαία στην αγορά και κάλεσαν τους συντοπίτες τους να δείξουν πατριωτισμό. Φιλοτιμήθηκαν 370 νέοι. Επισκεύασαν το τείχος της Ακρόπολης στα γρήγορα και οχυρώθηκαν σ' αυτό. Τους ακολούθησε ο ηγούμενος της μονής Βρανά, Αναστάσιος Γαβριήλ, μαζί με άλλους. Η φρουρά της Ακρόπολης, πια, αριθμούσε 500 άτομα. Με προτροπή του Άρειου Πάγου, ο μητροπολίτης Διονύσιος και οι δημογέροντες, που είχαν καταφύγει στη Σαλαμίνα, αποφάσισαν να τιμήσουν τους πατριώτες στην Ακρόπολη με δωρεά 10.000 ελιών, από αυτές που βρίσκονταν σε εθνικά κτήματα.

Μάταια όλα αυτά. Ο Δράμαλης πέρασε από την Θήβα, την κατέκαψε (1η Ιουλίου), παρέκαμψε την Αττική και κατέβηκε στην Πελοπόννησο, όπου τον περίμενε το στρατηγικό μυαλό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η στρατιά του αποδεκατίστηκε στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι (26 και 28 Ιουλίου του 1822).

Μόλις πέρασε ο κίνδυνος, ο Κτενάς ξέχασε την παραίτησή του κι ανέλαβε πάλι φρούραρχος. Έβαλε και σκότωσαν τον «επιστάτη των οικονομικών» και φυλάκισε κάποιους πλούσιους κτηματίες. Απειλούσε ότι θα τους εκτελέσει, αν δεν κάλυπταν τους μισθούς των φρουρών. Ο οπλαρχηγός Νικόλαος Σαρρής251 εισέβαλε στην Ακρόπολη με περίπου δεκαπέντε στρατιώτες και, πυροβολώντας στον αέρα, ανάγκασε τον Κτενά και τους δικούς του να το σκάσουν.

Αποφυλάκισε τους κτηματίες, εγκαταστάθηκε στο φρουραρχείο και πήρε βοηθό του τον Μαρουσιώτη Μήτρο Λέκκα. Η εξέλιξη αυτή ενόχλησε κάποιους Αθηναίους, οι οποίοι ζήτησαν από τον Δημήτριο Υψηλάντη να επέμβει. Ο Σαρρής διατάχθηκε να παραδώσει την Ακρόπολη. Αντί για άλλη απάντηση, έστειλε τους οπλαρχηγούς Μελέτιο Βασιλείου και Μήτρο Λέκκα να ζητήσουν από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο να πάει στην Αθήνα και να παραλάβει την Ακρόπολη. Έφθασε στις 21 Αυγούστου (1822), με τον υπαρχηγό του, Ιωάννη Γκούρα, και 150 άνδρες. Ο Σαρρής τον υποδέχτηκε με κανονιοβολισμούς και του παρέδωσε το φρούριο.

Μόλις εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο Ανδρούτσος ζήτησε από την αθηναϊκή κοινότητα να διορίσει Αθηναίο «οικονόμο», που να καταγράφει τα έξοδα για την αποκατάσταση και τον εφοδιασμό του φρουρίου της Ακρόπολης. Οι Αθηναίοι επέλεξαν κάποιον Χρήστο Τουφεξή. Όταν εργασίες και εφοδιασμός τέλειωσαν, του υπέγραψαν χρεωστικό ομόλογο για 13.000 γρόσια, όσα ο ίδιος είχε ξοδέψει. Ανάμεσα στα έργα στην Ακρόπολη ήταν και ο καθαρισμός της αρχαίας πηγής της Κλεψύδρας, που τότε εντόπισε ο και αρχαιολόγος πρόξενος της Αυστρίας, Γκρόπιος (Gropius). Το νερό ήταν γλυφό αλλά, σε περίπτωση πολιορκίας, έφθανε για τις ανάγκες 2.500 ατόμων. Και για να προφυλάξει την πηγή, έχτισε κι έναν προμαχώνα (ντάπια). Όταν το έργο τελείωσε, οι Αθηναίοι έστησαν μια επιγραφή: «Προμαχώνα τόνδε πηγαίου ύδατος ανήγειρε εκ βάθρων Οδυσσεύς Ανδρίτζου Έλληνας στρατηγός Έτει ΆΩΚΒ' (1822) κατά μήνα Σεπτέμβριον252».

Μια από τις πρώτες ενέργειές του ήταν να καταργήσει την διορισμένη από τον «Άρειο Πάγο» διοίκηση και να προκαλέσει ελεύθερες εκλογές για την ανάδειξη νέας. Εκλέχτηκαν πέντε νέοι «έφοροι»253 (1 Σεπτέμβρη του 1822).

Ο Γκούρας φρούραρχος

Στις 18 Σεπτέμβρη (1822), πραγματοποιήθηκε συνέλευση, στην οποία μετείχαν οι πρόκριτοι της Ανατολικής Ρούμελης, με πρόεδρο τον μητροπολίτη Διονύσιο. Με από τα πράγματα καταργημένο τον Άρειο Πάγο, οι έφοροι ανέλαβαν την διοίκηση μέχρι να συγκροτηθεί εθνική συνέλευση. Στις 24 του μήνα, ανακήρυξαν τον Ανδρούτσο αρχιστράτηγο της Ανατολικής Ελλάδας. Κάτω από τις επευφημίες των συνέδρων, υπογράφηκε σχετικό έγγραφο, ενώ ο Διονύσιος έζωσε γύρω από την μέση του Οδυσσέα το σπαθί της αρχιστρατηγίας254.

Με όλα αυτά, ο Ανδρούτσος έχρισε τον Ιωάννη Γκούρα φρούραρχο της Αθήνας (22 Οκτώβρη) και ζήτησε από τους υπερασπιστές της Ακρόπολης να φέρουν εκεί τις οικογένειές τους, ώστε να έχουν και προσωπικούς λόγους για την άμυνά της. Αυτό αποδείχτηκε μεγάλο λάθος, καθώς ξεκίνησε ανταγωνισμός για τα πρωτεία ανάμεσα στην Ασήμω (Λιδωρίκη), γυναίκα του Γκούρα (την αποκαλούσαν Νταλιάνα255), και την Ελένη (Καρέλλη), γυναίκα του Ανδρούτσου.

Ο γάμος του Γκούρα με την Ασήμω έγινε στις 23 Φλεβάρη του 1823, όταν ο Γκούρας ήταν ήδη φρούραρχος της Ακρόπολης. Ως γυναίκα του, η Ασήμω ζούσε στο Ερεχθείο κι από την αρχή φερόταν με περιφρόνηση στην μητέρα (Ακριβή Τσαρλαμπά) και την γυναίκα του Ανδρούτσου. Η Ασήμω ανήκε στην παράταξη που υπονόμευε τον αρχιστράτηγο, καθώς ήταν κόρη του ορκισμένου αντιπάλου του, κοτζαμπάση Αναγνώστη Λιδωρίκη. Για να μην δημιουργήσει προσκόμματα στην συνεργασία του με τον Γκούρα, ο Ανδρούτσος πήρε μάνα και σύζυγο και τις πήγε στο κρησφύγετό του, τη «Μαύρη Τρύπα» στον Παρνασσό. Η Ασήμω, όμως, δεν έπαψε να διαβάλλει τον αρχιστράτηγο στον άνδρα της.

Οι κατηγορίες για ωμότητα που εκτοξεύονταν ενάντια στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, κάποιες φορές ήταν βάσιμες αλλά οι κατήγοροι παρέλειπαν να πουν και την αιτία τους. Ο Σουρμελής, για παράδειγμα, γράφει:

«Εν τοσούτω, δια να φανεί τρομερός εις τους Αθηναίους και να δείξει οποίας φύσεως είναι, συλλαμβάνει δια νυκτός δύο ξένους και τους κρεμά εις αγχόνην. Ιερέα δε τινά ζώντα κτίζει όρθιον έως ότου απέπνευσε, δια να ευχαριστήσει με τοιαύτην θυσίαν τον Δαίμονά του· ότι ήν άσπονδος εχθρός των ιερωμένων, των οποίων τον φόνον εδόξαζε [θεωρούσε] οιωνόν αίσιον. Ιδού δόξα [άποψη] αλλόκοτος!».

Εκείνο που ο Σουρμελής δεν αναφέρει, είναι ότι κρέμασε τους δυο, όταν πιάστηκαν να κατασκοπεύουν το στρατόπεδό του, κι έχτισε τον παπά, επειδή μάζευε πληροφορίες για τις κινήσεις των Ελλήνων και τις πρόδιδε στους (αλλόθρησκους) Τούρκους.

Τέλη Σεπτέμβρη του 1822, ο Κιοσέ Μεχμέτ, με 8.000 άνδρες, ξεκίνησε από την Λάρισα με σκοπό να πάρει τα Σάλωνα (Άμφισσα), περνώντας από την Γραβιά. Κι ο Τσελελεντήμπεης, με άλλους 4.000 τον ακολούθησε. Στο Ζεμενό (κοντά στην Αράχοβα), τον σταμάτησαν οι οπλαρχηγοί του Ανδρούτσου. Όταν τα νέα έφτασαν στην Αθήνα, ο Ανδρούτσος κίνησε (23 Οκτώβρη) για την Βοιωτία με 300 άνδρες. Στις 30 Οκτώβρη, δόθηκε μάχη στο Δαδί, στην οποία νικήθηκαν οι Έλληνες. Ο Αθηναίος οπλαρχηγός Νικόλαος Σαρρής αιχμαλωτίστηκε (δραπέτευσε αργότερα) κι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κινδύνεψε να σκοτωθεί.

Η απειλή για τους Έλληνες ήταν άμεση. Ο Ανδρούτσος έγραψε στον Τσελελεντήμπεη, με τον οποίο είχε συνυπηρετήσει στην αυλή του Αλή πασά, και, δουλικά, πρότεινε διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Του «ξέφυγε» και το ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με τους Αλβανούς που «σκόπευαν να εγκαταλείψουν» το τουρκικό στράτευμα και, σε συνάντηση (5 Νοέμβρη), έδωσε την εντύπωση ότι ήταν πιστός στον σουλτάνο. Οι Τούρκοι γύρισαν στην Λαμία, έχοντας ομήρους και τρεις άρχοντες. Ήταν αυτοί τρεις άσχετοι ηλικιωμένοι τους οποίους ο Ανδρούτσος έντυσε με ακριβά ρούχα, για να υποδύονται τους δημογέροντες από την Θήβα, τη Λιβαδειά και τα Σάλωνα.

Προχώρησε, δηλαδή, σε αυτό που οι αρματολοί ονόμαζαν «καπάκια»256. Με αυτά, οι Έλληνες εξασφάλιζαν ότι μπορούσαν να βγάλουν ήσυχα τον χειμώνα και να αναδιοργανωθούν. Όμως, ο Σουρμελής κατηγόρησε τον Ανδρούτσο ότι κορόιδεψε τους Τούρκους με δόλιο τρόπο και οι Μαυροκορδάτος και Κωλλέτης ότι συναλλασσόταν με τον εχθρό. Αντίθετα, ο Δημήτριος Υψηλάντης χαιρέτησε αυτή την πονηριά257.

Μεσολάβησε ο γάμος του Γκούρα με την Ασήμω και κουμπάρο τον Ανδρούτσο. Ξεκίνησε έτσι ο ανταγωνισμός των γυναικών αλλά και η συστηματική προσπάθεια της «Γκούραινας» να χαλάσει την φιλία των δυο ανδρών. Ο εμφύλιος που ξέσπασε στα 1823, συνέτεινε στην ευόδωση αυτής της προσπάθειας. Μαυροκορδάτος και Κωλέττης υποσχέθηκαν στον Γκούρα να τον διορίσουν αρχιστράτηγο στην θέση του Οδυσσέα (θέση περίοπτη, με μεγάλο μισθό και ικανή να προσπορίσει χρήμα, εφ' όσον την αξιοποιούσε). Τον προσεταιρίστηκαν.

Τον ίδιο καιρό, ο οπλαρχηγός Νικόλαος Σαρρής στεκόταν εμπόδιο στις συνεχείς απόπειρες των ανδρών του Γκούρα να ληστεύουν τους κατοίκους της Αττικής και να λαφυραγωγούν σε βάρος των περιουσιών τους. Και οι Αθηναίοι μάταια προσπαθούσαν να περάσουν από δίκη τον ίδιο τον φρούραρχο. Κάποια στιγμή, γύρω στους εβδομήντα οπλοφόροι του Γκούρα δημιούργησαν επεισόδια στην αγορά της Αθήνας, θέλοντας να συλλάβουν τον Σαρρή, που, όμως, μπόρεσε να διαφύγει. Τον έπιασαν αργότερα και τον έσυραν στην Ακρόπολη. Εκεί, τον σκότωσαν και διαμέλισαν το κορμί του (23 Ιουνίου του 1823). Πετούσαν τα κομμένα μέλη του νεκρού από τον βράχο αλαλάζοντας:

«Θέλετε πόδι, θέλετε πλευρό; Πάρτε!».

Από την προηγούμενη άνοιξη (29 Μάρτη - 18 Απρίλη), είχε πραγματοποιηθεί στο Άστρος η Β' εθνοσυνέλευση, με την ανάδειξη των πληρεξουσίων να είναι προϊόν καλπονοθείας. Εκεί, οι κοτζαμπάσηδες κατάργησαν τον Κολοκοτρώνη από αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου και τον Ανδρούτσο από αρχιστράτηγο της Ανατολικής Στερεάς. Ο διχασμός είχε επιβληθεί. Και οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία να εκστρατεύσουν στη Στερεά με 10.000 άνδρες, καταστρέφοντας και καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Ο Ανδρούτσος, ξανάγινε («προσωρινά») αρχηγός και με 500 Αθηναίους, βγήκε να τους αντιμετωπίσει. Με κλεφτοπόλεμο, ολόκληρο τον Ιούνιο και τον Ιούλιο (1823), πέτυχε να τους ανακόψει. Στη συνέχεια, πέρασε στην Εύβοια και την ελευθέρωσε από τους Τούρκους που κλείστηκαν στην Χαλκίδα.

Όργανο των κοτζαμπάσηδων, το «εκτελεστικό» αρνήθηκε να τον βοηθήσει με τα πλοία που ζήτησε για να πάρει και την Χαλκίδα. Και τον άφησε ακάλυπτο, όταν εμφανίστηκε ο τουρκικός στόλος (23 Απρίλη του 1824). Ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του έφυγαν στη Στερεά Ελλάδα.

Η (δεύτερη) μάχη του Μαραθώνα

Ο διχασμός έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις κι απλωνόταν σε ολόκληρη την απελευθερωμένη Ελλάδα. Οι Τούρκοι θεώρησαν ότι τους δινόταν η ευκαιρία να τελειώνουν με την επανάσταση. Ο Ομέρ πασάς του Ευρίπου διατάχθηκε να εισβάλει στην Αττική. Πέρασε στον Ωρωπό με 3.000 άνδρες, ιππικό και κανόνια. Με 600 (κατ' άλλους, 300) άνδρες, ο Γκούρας βγήκε από την Αθήνα και κατευθύνθηκε βόρεια. Ήταν 3 Ιουλίου (1824), όταν έπιασαν τα περάσματα του Μαραθώνα, στην πορεία που αναγκαστικά έπρεπε να ακολουθήσουν οι Τούρκοι.

Η μάχη ξεκίνησε στις 5 Ιουλίου, με τους Τούρκους να κανονιοβολούν τις ελληνικές θέσεις και, στη συνέχεια, να κάνουν επίθεση με το ιππικό τους. Αποκρούστηκαν. Επέμεναν κι ο Γκούρας εμψύχωνε τους δικούς του, θυμίζοντάς τους ότι, στον ίδιο τόπο, οι Αθηναίοι του Μιλτιάδη είχαν τσακίσει τους Πέρσες, πριν από 2.500 χρόνια. Η μάχη, όμως, συνεχιζόταν σφοδρή και αμφίρροπη.

Την πιο κρίσιμη στιγμή, οι Έλληνες ενισχύθηκαν από τον Διονύσιο Ευμορφόπουλο και τους άνδρες του. Ο 44χρονος οπλαρχηγός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας προεπαναστατικά και γενναίος πολεμιστής που είχε διακριθεί σε πάμπολλες μάχες, είχε μόλις διοριστεί αρχηγός στο στρατόπεδο της Κορίνθου, στα Δερβενοχώρια. Είχε ακούσει για την απόβαση του Ομέρ πασά και είχε σπεύσει να βοηθήσει. Η άφιξή του έγινε με ενθουσιασμό δεκτή από τους άνδρες του Γκούρα. Με νέα ορμή, στην οποία πρωταγωνίστησε ο Γιάννης Ρούκης, άλλοτε πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου που προσχώρησε στις τάξεις του Γκούρα, έτρεψαν σε φυγή τους Τούρκους. Στο πεδίο της μάχης, μετρήθηκαν 260 Τούρκοι νεκροί, ανάμεσα στους οποίους και ο αρχηγός των γενίτσαρων, πολλά λάφυρα και όπλα, καθώς και δυο σημαίες. Ο Γκούρας τις έστειλε στην Αθήνα μαζί με τα κομμένα κεφάλια τριάντα Τούρκων και καυχήθηκε ότι η νίκη αυτή ήταν ανώτερη από εκείνη στην Γραβιά: Επειδή νίκησαν εκεί, όπου είχε νικήσει κι ο Μιλτιάδης. Στα τέλη του χρόνου, ο Ευμορφόπουλος έγινε στρατηγός κι ο Ρούκης χιλίαρχος.

Για την ώρα, ο Ομέρ πασάς αποσύρθηκε στο Καπανδρίτι. Οι Έλληνες γύρισαν στην Αθήνα κι ετοιμάστηκαν για άμυνα. Στις 3 Αυγούστου, οι Τούρκοι του Ομέρ επιτέθηκαν στην πόλη. Η μάχη έγινε στην περιοχή κοντά στον ναό του Ολυμπίου Διός (τότε κάηκε και το μοναστήρι των Καπουτσίνων). Οι Έλληνες νίκησαν γι' άλλη μια φορά με την Αθήνα να απαλλάσσεται από την τουρκική απειλή αλλά όχι και από τον εμφύλιο που τη μάτωνε.

Τον ίδιο καιρό (20 Αυγούστου του 1824), εκδόθηκε και η «Εφημερίς των Αθηνών», με εκδότη τον Γεώργιο Ψύλλα, ύστερα από προτροπή του Άγγλου συνταγματάρχη Λέισεστερ Στάινχοπ (Leicester Stanhope). Είχε φέρει τυπογραφείο από την Αγγλία και ανήκε στους φίλους του Ανδρούτσου. Η εφημερίδα ασκούσε κριτική στους φορείς της αθηναϊκής εξουσίας κι έζησε ως τον Απρίλη του 1826 (κυκλοφορούσε δυο φορές την εβδομάδα κι έβγαλε συνολικά 137 φύλλα). Τότε, σύμφωνα με μια απογραφή (Οκτώβρης του 1824), στην Αθήνα κατοικούσαν 9.040 άτομα, κατανεμημένα σε 35 ενορίες. Καταγράφηκαν 1.605 σπίτια.

Η δολοφονία του Ανδρούτσου

Νοέμβρη του 1824 και με τον εμφύλιο να μαίνεται, ο Ανδρούτσος ξεκίνησε αλληλογραφία με τους Αθηναίους δημογέροντες, ζητώντας να του εξοφλήσουν όσα του χρωστούσαν (τα 13.000 γρόσια του χρεωστικού ομόλογου που του είχαν υπογράψει). Οι Αθηναίοι αρνήθηκαν και τον κατάγγειλαν ως προδότη, τόσο στον Γκούρα, όσο και στην κεντρική διοίκηση, στην οποία τον παρέπεμψαν για τα χρωστούμενα (Γενάρης 1825). Μέσα Φλεβάρη, ο Ανδρούτσος κίνησε για την Αττική, απειλώντας ότι θα κάψει τις ελιές, αν δεν τον εξοφλήσουν. Αρχές Μάρτη, έφθασε στον Κάλαμο. Οι Αθηναίοι έστειλαν αναφορά στην διοίκηση ότι απειλούνται. Γνωρίζοντας ότι είναι επικηρυγμένος, ο Ανδρούτσος προχώρησε σε νέα «καπάκια», αυτή την φορά με τον Ομέρ πασά. Αυτός, όμως, πονηρεύτηκε, καθώς η προηγούμενη συμφωνία ποτέ δεν εφαρμόστηκε από τον Ανδρούτσο. Έβαλε 400 καβαλάρηδες να τον συνοδεύουν και κάποιον δικό του να προσέχει τις κινήσεις του.

Ο Μαυροκορδάτος και οι οπαδοί του ξεκίνησαν νέα εκστρατεία δυσφήμησης του Ανδρούτσου, ως προδότη. Κι ο Κωλέττης διόρισε τον Γκούρα αρχιστράτηγο της Ανατολικής Στερεάς (στις 20 Φλεβάρη του 1825) και, ουσιαστικά, του ανέθεσε την εξόντωση του άλλοτε αρχηγού του. Ο Γκούρας εκστράτευσε ενάντια στον Ανδρούτσο, που, έκπληκτος από τη μεταστροφή του άλλοτε υπαρχηγού του, υποχωρούσε για «να μη χυθεί αδελφικό αίμα». Στους Λιβανάτες (στην Λοκρίδα), στάθηκε και ζήτησε συνάντηση με τον Γκούρα που αρνήθηκε. Ήταν 29 Μάρτη του 1825, όταν ο Γκούρας επιτέθηκε στον Ανδρούτσο και τους άνδρες του. Η μάχη συνεχιζόταν για μέρες, ώσπου ο οπλαρχηγός της Εύβοιας, Νικόλαος Κριεζώτης, μετέφερε στον Ανδρούτσο πρόταση του Γκούρα να παραδοθεί κι εκείνος θα του εξασφάλιζε αμνηστία. Η παράδοση έγινε στις 7 Απρίλη, όταν ο Γκούρας υποδέχτηκε με φιλιά τον άλλοτε αρχηγό του. Όλες οι πλευρές, με πρώτο τον Γκούρα, ορκίστηκαν στο ευαγγέλιο ότι η συμφωνία θα τηρηθεί. Ο Γκούρας ήθελε να εκπορθήσει και τη «Μαύρη Τρύπα», το κρησφύγετο του Ανδρούτσου στον Παρνασσό, όπου, όπως πίστευε, κρύβονταν θησαυροί. Δεν τα κατάφερε. Ο Ανδρούτσος οδηγήθηκε στην Αθήνα, όπου για λίγες μέρες αφέθηκε να κυκλοφορεί ελεύθερος. Με στημένα επεισόδια, κρίθηκε «επικίνδυνος για την δημόσια τάξη». Οι άνθρωποι του Γκούρα, τον συνέλαβαν, τον αλυσόδεσαν και τον ανέβασαν στην Ακρόπολη. Εκεί, τον φυλάκισαν στον πύργο Κουλά. Οι στρατιωτικοί ζητούσαν από τον Γκούρα και την κεντρική κυβέρνηση ο φυλακισμένος να περάσει από «τίμια δίκη». Ο Γκούρας, όμως, και ο Κωλέττης κωλυσιεργούσαν, κάτω από τον φόβο των βέβαιων αποκαλύψεων. Κι ενώ η κυβέρνηση ζήτησε ο Ανδρούτσος να σταλεί στο Ναύπλιο, για να δικαστεί, ο Γκούρας έστειλε δικόν του, να αποσπάσει εντολή θανάτωσης. Η εντολή ήταν «μεσοβέζικη».

Νύχτα προς 5 Ιουνίου 1825, πέντε άνδρες του Γκούρα μπήκαν στο κελί του Ανδρούτσου και τον σκότωσαν. Στη συνέχεια, έλυσαν τις αλυσίδες από το κορμί του, το οποίο πέταξαν από τον βράχο, δήθεν ότι σκοτώθηκε προσπαθώντας να διαφύγει.

Η επανάσταση κατέρρεε και οι Έλληνες αλληλοσφάζονταν. Καλεσμένος από τον σουλτάνο, ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ με 100 πολεμικά πλοία, 300 μεταγωγικά και 2.500 κανόνια, από τις αρχές Φλεβάρη του 1825, αποβίβασε στην Πελοπόννησο τεράστιο στράτευμα (30.000 πεζοί, 2.000 καβαλάρηδες, 1.500 Αλβανοί και 10 πυροβολαρχίες) κι άρχισε να κυριεύει τον ένα τόπο μετά τον άλλο. Αντί να δουν πώς θα τον αντιμετωπίσουν, οι κυβερνώντες κυνηγούσαν τον Ανδρούτσο στη Ρούμελη και φυλάκιζαν τον Κολοκοτρώνη. Τον αποφυλάκισαν αναγκαστικά στις 26 Μάη και, γι' άλλη μια φορά, τον διόρισαν αρχιστράτηγο, καθώς τα πράγματα είχαν σκουρύνει. Τρεις μέρες αργότερα, άλλωστε, σκοτώθηκε ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι (29 Μάη του 1825).

Ο ίδιος ο Γκούρας είχε φροντίσει να λείπει από την Αθήνα τις ημέρες πριν και μετά από την δολοφονία του άλλοτε αρχηγού του. Επέστρεψε κάποια στιγμή, διαπίστωσε αταξία εξαιτίας της παρουσίας Σουλιωτών που δεν του έδιναν σημασία και ζήτησε από την κυβέρνηση να αναλάβει την πόλη τακτικός στρατός. Ως αρχιστράτηγος, ο ίδιος είχε άλλα καθήκοντα. Του έστειλαν σώμα 700 ανδρών κάτω από την αρχηγία του φιλέλληνα συνταγματάρχη, Κάρολου Φαβιέρου (Charles Nicolas Fabvier, 1783 - 1855). Έφτασαν στις 5 Οκτώβρη κι έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό και κανονιοβολισμούς. Και 500 νέοι Αθηναίοι κατατάχθηκαν στο στράτευμα. Τέσσερις μήνες αργότερα, ο τακτικός στρατός του Φαβιέρου αριθμούσε 3.000 άνδρες, κάτι που ενοχλούσε τους οπλαρχηγούς και τους οπλοφόρους τους. Και, στις 3 Φλεβάρη του 1826, πραγματοποιήθηκε μεγαλοπρεπής παρέλαση, κάτω από τις επευφημίες των Αθηναίων.

Ο Φαβιέρος θέλησε να εκστρατεύσει στην Εύβοια και να πάρει την Κάρυστο. Ο Γκούρας είχε αντιρρήσεις αλλά ο Φαβιέρος επέμενε. Μη μπορώντας να τον αποτρέψει, ο Γκούρας έστειλε και δυο δικά του σώματα από 500 άνδρες καθένα. Αρχές Φλεβάρη, οι Έλληνες πολιόρκησαν το κάστρο της Καρύστου, μέσα στο οποίο οχυρώθηκαν 500 Τούρκοι. Από την Χαλκίδα, όμως, κατέφθασε, με στρατό, ο Ομέρ πασάς και κύκλωσε τον Φαβιέρο, που γλίτωσε χάρη στην επέμβαση των οπλαρχηγών και την άφιξη ελληνικών πλοίων, που έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή. Το στράτευμα (μέσα Μάρτη του 1826) γύρισε στην Αθήνα, μετρώντας 300 νεκρούς.

Ο θάνατος του Γκούρα

Νύχτα, 10 προς 11 Απρίλη του 1826, οι επί ένα χρόνο πολιορκημένοι από τον Κιουταχή και τον Ιμπραήμ Μεσολογγίτες πραγματοποίησαν ηρωική έξοδο. Η πόλη έπεσε, ο Ιμπραήμ στράφηκε στην Πελοπόννησο κι ο Κιουταχής βάλθηκε να τελειώσει με την επανάσταση στην Ρούμελη. Πήρε χωρίς μάχες όποιον τόπο βρισκόταν στον δρόμο του, ενώ απεσταλμένοι του Ομέρ πασά της Εύβοιας ζητούσαν υποταγή των χωρικών της Αττικής. Απαυδισμένοι αυτοί από την απληστία του Γκούρα και των δικών του, την χωρίς ουσιαστικό λόγο φορολογία και τα φονικά, υποσχέθηκαν «να προσκυνήσουν». Ο οπλαρχηγός της Χασιάς, Μελέτιος Βασιλείου, είχε αντιρρήσεις. Τον δολοφόνησαν καθώς κοιμόταν κάτω από μιαν ελιά (Μάης του 1826).

Στην Αθήνα, ο Γκούρας αποφάσισε να αμυνθεί στην Ακρόπολη, ενώ τα γυναικόπαιδα, γι' άλλη μια φορά, στάλθηκαν στη Σαλαμίνα και στην Αίγινα. Παρά τον επαπειλούμενο κίνδυνο, οι κλοπές των εφοδίων που είχαν αποθηκευτεί στην Ακρόπολη συνεχίζονταν: Στον κατάλογο παραλαβής για παράδειγμα, είχε σημειωθεί η παράδοση 6.669 οκάδων τυριού αλλά, όπως σημειώνει ο Σουρμελής, βρέθηκε λιγότερο από μια οκά! Και στην αποθήκη του Γκούρα φυλάσσονταν «44 καντάρια» (1.396 οκάδες) τυρί που ο φρούραρχος είχε αποσπάσει με το ζόρι από το σπίτι ενός νεκρού Αθηναίου. Ο ίδιος επέβαλε 50.000 γρόσια φόρο κι έστειλε δέκα δικούς του στην Ελευσίνα να τον εισπράξουν, σκοτώνοντας τους απείθαρχους, δέρνοντας και φοβερίζοντας τους υπόλοιπους.

Στην Ακρόπολη οχυρώθηκαν περίπου 1.400 Έλληνες. Ο Κιουταχής φάνηκε στην Αττική με 2.000 πεζούς και χίλιους καβαλάρηδες. Οι χωρικοί που τους είδαν να φθάνουν, βγήκαν να τους υποδεχτούν ως ελευθερωτές από τη σκλαβιά που τους είχε επιβάλει ο Γκούρας.

Κιουταχής και Ομέρ ενώθηκαν στο Καπανδρίτι. Διέθεταν συνολικά στρατό 10.000 ανδρών. Την 1η Ιουλίου (1826) πήραν το Λιόπεσι και την μεθεπομένη την Μονή Πετράκη, τα Πατήσια, τα Σεπόλια και το «Χάνι του Χασεκή». Την ίδια μέρα, στρατοπέδευσαν έξω από την πόλη. Τις επόμενες, περικύκλωσαν την Αθήνα. Στις μάχες που ακολούθησαν, τα αποτελέσματα ήταν αμφίρροπα.

Μετά από πολλές δυσκολίες, δίχως τρόφιμα και πολεμοφόδια, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης έφτασε στην Ελευσίνα, όπου στρατοπέδευσε. Μια αψιμαχία στο Χαϊδάρι, ανάμεσα στους Άνδρες του Καραϊσκάκη και τους Τούρκους, έγινε αιτία διαφωνίας ανάμεσα στον Έλληνα αρχιστράτηγο και τον Φαβιέρο, για το πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί ο εχθρός. Ο Φαβιέρος έφυγε στη Σαλαμίνα. Ολόκληρος ο Αύγουστος κι ο Σεπτέμβρης κύλησαν με μάχες και προσπάθειες των Ελλήνων να μπουν στην Ακρόπολη και να ενισχύσουν την άμυνά της. Δεν τα κατάφεραν.

Ήταν 30 Σεπτέμβρη (1826), όταν ο Γκούρας επιθεωρούσε τους φρουρούς της Ακρόπολης. Δέχθηκε βόλι στο κεφάλι κι έπεσε νεκρός. Πολύ αργότερα, κάποιος με το όνομα Χορμοβίτης, εξομολογήθηκε ότι αυτός τον πυροβόλησε «για να εκδικηθεί την δολοφονία του Ανδρούτσου».

Ο Κιουταχής έμαθε τον θάνατο του Γκούρα και θέλησε να επωφεληθεί. Επί πολλές μέρες εξαπέλυε επιθέσεις που όμως αποκρούονταν. Στις 12 Οκτώβρη, ο Κριεζώτης με 450 άνδρες μπόρεσε να ανέβει στην Ακρόπολη και να ενισχύσει τους αμυνόμενους. Στις 17 Νοέμβρη, οι πολιορκημένοι ζήτησαν να εφοδιαστούν με πυρίτιδα, καθώς είχαν ξεμείνει. Ο Φαβιέρος, με 480 άνδρες και κάτω από πυκνούς πυροβολισμούς, κατάφερε να ανέβει στην Ακρόπολη με το πολύτιμο φορτίο (1η Δεκέμβρη του 1826). Ο Καραϊσκάκης πραγματοποίησε εκστρατεία αντιπερισπασμού και ανύψωσης του ηθικού των Ελλήνων στην Στερεά Ελλάδα, με την ελπίδα ότι ο Κιουταχής θα έσπευδε ενάντιά του, αφήνοντας λίγες δυνάμεις να πολιορκούν την Ακρόπολη. Ο Κιουταχής, όμως, ήθελε την Αθήνα.

Τρεις μήνες μετά τον θάνατο του Γκούρα, μια τουρκική οβίδα χτύπησε και γκρέμισε την οροφή του Ερεχθείου. Η Ασήμω Γκούρα και έντεκα συγγενείς της καταπλακώθηκαν και σκοτώθηκαν.

Θάνατος Καραϊσκάκη, παράδοση της Ακρόπολης

Ήταν 23 Φλεβάρη του 1827, όταν ο Καραϊσκάκης γύρισε στην Αττική, μετά από μια μεγάλη νίκη στο Δίστομο (17 Γενάρη). Στο διάστημα της 4μηνης εκστρατείας του, είχε απελευθερώσει ολόκληρη την Ρούμελη, με τους Τούρκους να κρατούν μόνο το Μεσολόγγι και τα κάστρα της Βόνιτσας και της Ναυπάκτου.

Στο στρατόπεδο της Ελευσίνας είχαν συγκεντρωθεί 6.000 άνδρες και στο λιμάνι βρίσκονταν οι ατμοκίνητες φρεγάδες «Ελλάς» και «Καρτερία» μαζί με άλλα μικρότερα πλοία. Έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό και πρότεινε να αποκλείσουν τον Κιουταχή, ώστε να ξεμείνει από τροφές και πολεμοφόδια και να υποχρεωθεί να λύσει την πολιορκία της Ακρόπολης. Στις 2 Μάρτη, πήρε το Κερατσίνι.

Μέσα σε κλίμα διχασμού και δυσπιστίας, από τις 11 Φλεβάρη είχε ξεκινήσει η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Τέλη Μάρτη, διόρισε αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων τον Άγγλο σερ Ρίτσαρντ Τσορτς (sir Richard Church) και αρχιναύαρχο τον, επίσης Άγγλο, Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν (Thomas Cochrane), με τον Ιωάννη Καποδίστρια να εκλέγεται πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας (2 Απρίλη του 1827). Αρχιστράτηγος και αρχιναύαρχος ήταν φλογεροί φιλέλληνες αλλά εντελώς ακατάλληλοι για τις επιτελικές αυτές θέσεις. Κι όταν ο Καραϊσκάκης έμαθε τους διορισμούς τους, είπε στον Ιωάννη Μακρυγιάννη:

«Σήκω να φύγουμε ότι αυτήνοι θέλουν να μας φάνε».

Παρ' όλα αυτά, στις 13 Απρίλη, Καραϊσκάκης και Γενναίος Κολοκοτρώνης εφόρμησαν από το Κερατσίνι και πήραν όλες τις τουρκικές θέσεις από το Φάληρο ως το λιμάνι του Πειραιά. Ήταν 21 Απρίλη, όταν σε μια ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στην Καστέλα και τον Κηφισό ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε στην κοιλιά. Μεταφέρθηκε σ' ένα πλοίο, όπου ο (Ελβετός) γιατρός μάταια προσπάθησε να τον θεραπεύσει. Πέθανε ανήμερα της γιορτής του, 23 Απρίλη. Ήταν 50 χρόνων. Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πληροφορήθηκε τον θάνατό του, κάθισε στο χώμα οκλαδόν, ξεσπώντας σε λυγμούς. Έλυσε τα μαλλιά και μοιρολογούσε κλαίγοντας όλη νύχτα. Όταν πια άρχισε να χαράζει, ένας από τους άνδρες του προσπάθησε να τον συνεφέρει:

«Φτάνει, καπετάνιο μου. Ούτε το παιδί σου δεν έκλαψες έτσι!».

«Τότε, έκλαιγα το παιδί μου. Τώρα, κλαίω την πατρίδα», απάντησε μέσα στους λυγμούς του ο Γέρος του Μοριά.

Τσορτς και Κόχραν ανέλαβαν την ηγεσία την ίδια μέρα. Οδήγησαν μέρος του στρατού προς την Ακρόπολη. Στη θέση Ανάλατος (στη σημερινή Νέα Σμύρνη), ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ταμπούρια. Φτυάρια πολλά δεν υπήρχαν και τα ταμπούρια ήταν πρόχειρα. Με τους Τούρκους να τους βλέπουν από το ύψος του Φιλοπάππου και να ειδοποιούν τον Κιουταχή στα Πατήσια. Πυροβολικό, 2.000 πεζοί και 600 καβαλάρηδες στάλθηκαν να ενισχύσουν τον στρατό που πολιορκούσε την Ακρόπολη. Ήταν 24 Απρίλη του 1827, όταν τα τουρκικά κανόνια άρχισαν να βάλουν και να ισοπεδώνουν τα πρόχειρα ταμπούρια. Ακολούθησε επίθεση του πεζικού που απωθήθηκε. Τότε, ρίχτηκε στη μάχη το τουρκικό ιππικό που τσάκισε τους Έλληνες. Ακολούθησε τουρκική επίθεση σε θέσεις των Ελλήνων του Μακρυγιάννη, που τράπηκαν σε φυγή, κι έπειτα ενάντια στον τακτικό στρατό. Οι Έλληνες έτρεχαν προς την θάλασσα, με το τουρκικό ιππικό να τους κυνηγά ως την παραλία, όπου δεν πλησίασε καθώς αντιμετωπιζόταν από τα κανόνια των ελληνικών πλοίων.

Ήταν καταστροφή: Νεκροί 1.500 κι ανάμεσά τους επτά οπλαρχηγοί258 και πλήθος επιφανών πολεμιστών. Συνελήφθησαν πολλοί αιχμάλωτοι με πιο γνωστούς τον Σουλιώτη Γεώργιο Δράκο, τον οποίο δολοφόνησαν, και τον Δημήτριο Καλλέργη, τον οποίο απελευθέρωσαν με αντάλλαγμα μεγάλο ποσό ως λύτρα.

Η προσπάθεια απεγκλωβισμού των πολιορκημένων στην Ακρόπολη άρχισε να φθίνει, καθώς το ελληνικό στρατόπεδο ερήμωνε: Δεν υπήρχε πια η μορφή εκείνη που θα εξύψωνε το ηθικό των στρατιωτών, οι οποίοι καμιά εμπιστοσύνη δεν είχαν στην κυβέρνηση. Οι στρατευμένοι έφευγαν στα σπίτια τους. Μέσα Μάη, το ελληνικό στρατόπεδο διαλύθηκε. Οι πολιορκημένοι ένιωθαν απροστάτευτοι κι έμεναν χωρίς εφόδια. Ο Φαβιέρος ζήτησε την διαμεσολάβηση των ξένων πρόξενων για μια έντιμη παράδοση. Ανέλαβε να την επιβλέψει ο επικεφαλής γαλλικής μοίρας στόλου Ερρίκος Δανιήλ Γκοτιέ, κόμης Ντεριγνί (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 - 1835). Πήγε στην Ακρόπολη και μαζί με τον γραμματέα του Κιουταχή επέβαλαν την ειρηνική αποχώρηση των Ελλήνων.

Ήταν 25 Μάη του 1827. Οι πολιορκημένοι πέρασαν στη Σαλαμίνα, με γαλλικά και αυστριακά πλοία. Ο Κιουταχής εγκατέστησε φρουρές στην Ακρόπολη, στο Φάληρο και στον Πειραιά κι έφυγε στην Θήβα.

Η Αθήνα οριστικά ελληνική

Η συνθήκη του Λονδίνου που υπογράφτηκε (6 Ιουλίου του 1827) από τις Γαλλία, Ρωσία και Αγγλία, παραχωρούσε στην Ελλάδα αυτονομία (με βόρειο σύνορο την γραμμή Μαλιακού - Αμβρακικού) κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Η Οθωμανική αυτοκρατορία την απέρριψε. Ο τριεθνής στόλος ανέλαβε να την επιβάλει. Η ναυμαχία στο Ναβαρίνο (8 Οκτώβρη του 1827) ανάγκασε τον Ιμπραήμ να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο, την οποία βρήκε ελεύθερη ο Ιωάννης Καποδίστριας, όταν, επιτέλους, έφθασε στο Ναύπλιο (18 Γενάρη του 1828). Μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους στην Αίγινα (την ξαναπήγε στο Ναύπλιο το 1829). Στο νησί είχαν καταφύγει χιλιάδες πεινασμένοι πρόσφυγες από την Ρούμελη και την Πελοπόννησο, ανάμεσα στους οποίους και πολλές αθηναϊκές οικογένειες. Κάποιοι βρήκαν δουλειά στο κτίσιμο του Ορφανοτροφείου, του αρχαιολογικού μουσείου, του κυβερνείου και άλλων κτιρίων που τότε δημιουργήθηκαν, ενώ οι γυναίκες προσλαμβάνονταν για να καθαρίζουν τους δρόμους.

Στην κατεχόμενη από τους Τούρκους Αττική, τα πράγματα είχαν ησυχάσει. Λίγοι στην αρχή, περισσότεροι στη συνέχεια, οι Αθηναίοι ξαναγύριζαν στην Αθήνα. Στις 14 Σεπτέμβρη του 1829, οι Τούρκοι αποχώρησαν από ολόκληρη την Ρούμελη, εκτός από την Αθήνα. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φλεβάρη του 1830), που αποδέχτηκε και η Οθωμανική αυτοκρατορία (30 Απρίλη του 1830), η Ελλάδα αποκτούσε την ιδιότητα του ανεξάρτητου κράτους.

Η Ακρόπολη και η Αθήνα, όμως, εξακολουθούσαν να βρίσκονται κάτω από τουρκική κατοχή. Και η πόλη παρουσίαζε άθλια όψη: «Η καρδιά σφίγγεται φτάνοντας στην Αθήνα. Νέα ερείπια καλύπτουν τα αρχαία, τα καταχωνιασμένα μέσα στη γη. (...) Στενά σκοτεινά, γεμάτα λάσπες, ακανόνιστα δρομάκια. Βρόμικα, καπνισμένα και δυσώδη μαγαζιά, με πραμάτειες που θα τις περιφρονούσαν ως και οι πλανόδιοι πωλητές στα χωριάτικα πανηγύρια μας, κι όλα αυτά περικυκλωμένα από ένα χονδροειδές τείχος», περιέγραψε την πόλη ο Ζ. Λ. Λακούρ259 (J. L. Lacour) που την επισκέφτηκε το 1832 - 1833. «Είναι μονάχα ένας θεόρατος σωρός ερείπια, μια άμορφη (...) γκριζωπή μάζα από στάχτη και σκόνη, απ’ όπου ξεπροβάλλουν καμιά δωδεκάδα φοίνικες και κυπαρίσσια, τα μόνα που αντιστέκονται στην ολοκληρωτική ερήμωση260», σημείωσε το 1832 ο Λουδοβίκος Ρος (Ludwig Ross, 1806 - 1859), ενώ, στα 1833, ο από τους αντιβασιλιαδες του Όθωνα, Γεώργιος Μάουερ (Georg Maurer) είδε ότι «η Αθήνα που πριν από την επανάσταση αριθμούσε περίπου 3.000 σπίτια, πια δεν είχε ούτε 300. Τα άλλα είχαν μεταβληθεί σ’ έναν άμορφο σωρό από πέτρες»261.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο στις 27 Σεπτέμβρη (9 Οκτώβρη με το νέο ημερολόγιο) του 1831. Ακολούθησαν δυο ακόμα μαύρα χρόνια εμφύλιου πολέμου. Στα 1832, οι Γαλλία, Αγγλία και Ρωσία επέλεξαν τον Βαυαρό Όθωνα ως βασιλιά των Ελλήνων. Έφτασε στο Ναύπλιο στις 25 Γενάρη του 1833. Ήταν 17 χρόνων κι ώσπου να ενηλικιωθεί θα κυβερνούσαν τρεις Βαυαροί αντιβασιλιάδες (ο Άρμανσπεργκ ως πρόεδρος και οι Μάουερ, Χάιντεκ ως μέλη), με τους Γκρένερ και Άμπελ ως πάρεδρους.

Με βάση τις διεθνείς συνθήκες, η Αθήνα (και η Ακρόπολή της) έπρεπε να παραδοθούν στο ελληνικό κράτος. Ένα τάγμα Βαυαρών παρουσιάστηκε για να τις παραλάβει. Ο διοικητής της Αθήνας, Γιουσούφ Σιλιχτάρ μπέης παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης, Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό. Ο φρούραρχος, όμως, δισδάρης Οσμάν αγάς, αρνιόταν να εγκαταλείψει την Ακρόπολη (31 Μάρτη 1833). Ο Βαυαρός Χριστόφορος Νέζερ, με μερικούς άνδρες, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και την κατέλαβε, κατεβάζοντας την πράσινη μουσουλμανική σημαία.

Ήταν 1η Απρίλη του 1833.

Ένας καπετάνιος από την Χίο («καπετάν Δημήτρης», διέσωσε το όνομά του κάποιος από τους Βαυαρούς) πήγε στο λιμάνι, κατέβασε την ελληνική σημαία από το εμπορικό πλοίο του και την πήγε στην Ακρόπολη. Έγινε έπαρσή της στον Παρθενώνα από τον ίδιο, ενώ ο γιος του φώναζε «ζήτω η Ελλάς».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

243. «Ελληνική Νομαρχία Ήτοι λόγος περί Ελευθερίας»: Καταγγελτικό έργο του ελληνικού διαφωτισμού, το οποίο υπογράφεται από τον «Ανώνυμο τον Έλληνα» (πιθανολογείται ότι γράφτηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη). Άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση στον ελληνισμό κατά τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια και θεωρήθηκε «σφοδρό κατηγορητήριο ενάντια στους αντιδραστικούς, Φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες και κληρικούς» (Γιάννης Κορδάτος).

244. Βλ. κεφάλαιο 17, «ο "κυρ Σωτήρης" κι ο Ι. Ντέκας».

245. Ανάμεσά τους αναφέρονται οι Ιωάννης Παλαμάς, Ιωάννης Τατλίκαρας, Μιχαήλ Μασών, Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, για λίγο ο Γεώργιος Γεννάδιος και πολλοί άλλοι.

246. Εκτός από τους αυθόρμητα προσελθόντες, συνελήφθησαν και οι ιερομόναχος Φιλάρετος Τριανταφύλλης, ιερομόναχος Άνθιμος Αγιοταφίτης, Αγγελάκης Βενιζέλος, Γεώργιος Βάρβανος, Ιωάννης Πανταζής, Χ. Φίλιππος Γουναράκης, Σπυρίδων Χ. Φ. Γουναράκης, Χ. Δημήτριος Καρόρης και Βασίλειος Σαράντης.

247. Πύργος Κουλά: Μεσαιωνικός πύργος πάνω στην Ακρόπολη (δεξιά στα Προπύλαια), ύψους 29,5 μ. Τον έλεγαν «Κουλά», από την τουρκική λέξη kule (σημαίνει πύργος).

248. Οι υπόλοιποι 4 εκλεγέντες ήταν οι Χατζη Παναγής Ζαχαρίτσας, Σπύρος Πατούσας, Νικόλαος Τυρναβίτης και Δημήτριος Αντωνόπουλος, αρχιμανδρίτης.

249. «Βρομόσκυλα» ήταν η συνηθισμένη βρισιά των Τούρκων για τους Έλληνες.

250. Ισαλλά(χ) σημαίνει «έχει ο θεός».

251. Βλ. κεφάλαιο 18, «ο Σαρρής, το μαγικό νερό και οι μάγισσες».

252. Όταν δεν υπήρχε πια ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Ι. Γκούρας έβαλε και πρόσθεσαν στην επιγραφή «συν τω γενναίω Γκούρα».

253. Εκλεγέντες έφοροι ήταν οι φλογεροί επαναστάτες Θωμάς Δ. Χωματιανός, Χ. Π. Ζαχαρίτζας, Ιωάννης Βλάχος, Παναγής Σκουζές και Ιωάννης Πάλλης.

254. Κατά τους μεν, το σπαθί αυτό ανήκε στον Ομέρ Βρυώνη και, ένα χρόνο νωρίτερα, του το είχε αποσπάσει ο Δήμος Ρουμπέσης στην μάχη του Δραγουμάνου (κι όταν σκοτώθηκε ο Ρουμπέσης, πέρασε στην κατοχή συναγωνιστή του). Κατά τους δε, το σπαθί ήταν αυτό που η τσαρίνα Μεγάλη Αικατερίνη είχε χαρίσει στον πατέρα του Οδυσσέα.

255. Νταλιάνι ονόμαζαν ένα είδος κοντόκαννου τουφεκιού κι, από αυτό, νταλιάνα την όμορφη και ψηλή γυναίκα.

256. Καπάκια: Διαπραγματεύσεις και δήθεν συμφωνία, με τις οποίες κερδιζόταν χρόνος.

257. Σε γράμμα του στον Νικηταρά, ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφραζε την ανακούφισή του για την ευνοϊκή κατάληξη χάρη στις πονηριές του «Γεροπυριόβολου». Με αυτό το όνομα, ο Ανδρούτσος φέρεται να είχε ιδρύσει μυστική επαναστατική οργάνωση στον Όλυμπο.

258. Στους νεκρούς της μάχης του Ανάλατου περιλαμβάνονταν και οι οπλαρχηγοί Λάμπρος Βέικος, Κίτσος και Γιώργος Τζαβέλλας, Τούσιας Μπότσαρης, Ιωάννης Νοταράς, Φώτος Φωτομάρας, Συμεών Ζαχαρίτσας.

259. J. L. Lacour, «Excursions en Grèce dans les années 1832 et 1833».

260. L. Ross, «Emneirungen und Mittheilungen aus Griechenland» (ελληνική μετάφραση: «Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα 1832-183»).

261. G. L. von Maurer, «Das Griechische Volk» (ελληνική μετάφραση: «Ο Ελληνικός Λαός»).

(τελευταία επεξεργασία, 23 Οκτωβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας